Showing posts with label Stieg Larsson. Show all posts
Showing posts with label Stieg Larsson. Show all posts
Thursday, February 23, 2012
Stieg Larsson – The Girl Who Kicked the Hornet's Nest
Το «Κορίτσι στη φωλιά της σφήγκας» είναι πολύ καλύτερο από το δεύτερο τόμο της τριλογίας «Μιλλένιουμ» του Στιγκ Λάρσον, δηλαδή του «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά». Η δράση εδώ κυλά ασταμάτητη, η μια μικρή ανατροπή οδηγεί στην επόμενη, και ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία ν’ απολαύσει ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας.
Οι 746 σελίδες της μικρής αγγλόφωνης έκδοσης διαβάζονται απνευστί, κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μαεστρία του συγγραφέα. Ο Λάρσον επιλέγει να κλείσει τους ανοικτούς λογαριασμούς που άφησαν οι προηγούμενοι δύο τόμοι, κινούμενος με ταχύτητα από χώρο σε χώρο κι από χρόνο σε χρόνο, απλώνοντας στις σελίδες παράλληλες ιστορίες που κάποτε θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε παράλληλες λύσεις. Το μοναδικό σημείο στο οποίο χωλαίνει λίγο το βιβλίο είναι εκείνο που αναφέρεται εκτενώς στο παρελθόν, τα έργα και τις ημέρες των μυστικών υπηρεσιών της Σουηδίας, αλλά και στην πολιτική κατάσταση στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δε μας στερεί κάτι από τη δράση, την καθυστερεί μόνο λίγο.
Ο τόμος ανοίγει με την εσπευσμένη μεταφορά στο νοσοκομείο της περιβόητης πια Λίσμπεθ Σαλάντερ, η οποία χαροπαλεύει μετά την αιματοβαμμένη συνάντησή της με τον πατέρα και μισητό αντίπαλό της, τον κατάσκοπο Ζαλασένκο. Εκτός από τα διάφορα τραύματα που φέρει, η Λίσμπεθ έχει και μια σφαίρα καρφωμένη στο κεφάλι -ενθύμιο της εν λόγω συνάντησης- που απειλεί άμεσα τη ζωή της. Ο εφημερεύων γιατρός, με τη βοήθεια ενός αμερικανού συναδέλφου του, θα αφαιρέσει τη σφαίρα, θα περιποιηθεί τα άλλα τραύματά της και στις ημέρες που θ’ ακολουθήσουν, θα προσπαθήσει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι του ώστε η κοπέλα να διαφύγει τον κίνδυνο. Στο μεταξύ, δύο δωμάτια πιο κάτω, νοσηλεύεται και ο πατέρας της, ο οποίος φέρει τραύματα στο κεφάλι, που του έχει καταφέρει η ίδια μ’ ένα τσεκούρι.
Τα γεγονότα που οδήγησαν πατέρα και κόρη στο νοσοκομείο ανησυχούν συγκεκριμένους κύκλους των μυστικών υπηρεσιών της χώρας, που σπεύδουν να κλείσουν στόματα, αλλά και να εξαφανίσουν φακέλους που τους εμφανίζουν σαν ένοχους για παράνομες ενέργειες. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο πιστεύουν οι τελευταίοι, αφού τα πιθανά νέα θύματά τους κάποια στιγμή αρχίζουν να παίζουν μαζί τους το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Με μισές αλήθειες και μεγάλα ψέματα, με πονηριά και συμμαχίες με το διάβολο (όποια μορφή κι αν έχει αυτός), η Σαλάντερ και ο καλύτερός της φίλος και μεγάλος (για τον ψυχισμό της) εχθρός, Μίκαελ Μπλόμκβιστ, θα οδηγήσουν την υπόθεση εκεί που ακριβώς θέλουν, φέρνοντας τους διώκτες τους αντιμέτωπους με τα προσωπικά τους φαντάσματα.
Σ’ αυτό τον τόμο ωστόσο παρατηρούμε και μια συνταρακτική, για τα δικά της δεδομένα, αλλαγή στη συμπεριφορά της Σαλάντερ. Για πρώτη φορά τη βλέπουμε να συμβιβάζεται με τους άλλους, να δέχεται τη βοήθειά τους και ν’ αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν είναι όλοι εχθροί της. Με μια μεγάλη καθυστέρηση, θα λέγαμε, μοιάζει να ξεπερνά τη δικαιολογημένα οργισμένη εφηβεία της και να κάνει τα πρώτα βήματα στον κόσμο των ενηλίκων. Σ’ ένα κόσμο που μάλλον είναι πιο ακίνδυνος από εκείνον στον οποίο ζούσε μέχρι τώρα. Στο τέλος όμως μοιάζει να τίθεται το ερώτημα: και μετά τι; Κι αυτό γιατί κάτι μας λέει ότι όντως ο συγγραφέας είχε την πρόθεση να γράψει ένα ακόμη τόμο με τις περιπέτειες της ιδιόρρυθμης ηρωίδας του, αφού κάποια από τα θέματα που τέθηκαν στο δεύτερο βιβλίο (κάνοντάς το μάλιστα κάπως βαρετό στις πρώτες εκατό σελίδες) δεν επιλύθηκαν σ’ αυτό, ενώ κι εδώ αναδύονται κάποια νέα ερωτήματα.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, στα χέρια μας κρατάμε ένα εξαιρετικό θρίλερ, που έρχεται για να καθιερώσει τη Σαλάντερ, σαν έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες της παγκόσμιας, αστυνομικής και μη, λογοτεχνίας.
Stieg Larsson – The Girl who Played with Fire
Διαβάζοντας το «Κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» αντιλαμβάνεται κανείς πόσο καλά είχε σχεδιασμένη στο μυαλό του ο Στιγκ Λάρσον την τριλογία του «Μιλένιουμ». Κι αυτό, αφού σ’ αυτό τον τόμο βλέπουμε να επανέρχεται ένα πρόσωπο από το «Κορίτσι με το τατουάζ», που δεν έμοιαζε να τελειώνει ο ρόλος του στο πρώτο βιβλίο, και που διαδραματίζει ένα έστω μικρό, αλλά κεντρικό ρόλο εδώ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά από τις πρώτες σελίδες του ανά χείρας βιβλίου, τον βλέπουμε να βάζει τις βάσεις για εκείνο που θα ακολουθήσει, αφού κάθε άλλο παρά τυχαία μπορούμε να θεωρήσουμε την παρουσία της Σαλάντερ σε κάποιο νησί της Καραϊβικής, όπου ένας φαινομενικά καθώς πρέπει άντρας τραβάει την προσοχή της με τις πράξεις και τη συμπεριφορά του.
Αν έχουμε μία «αντίρρηση» σχετικά με την ανάπτυξη του μύθου σ’ αυτό τον τόμο είναι ότι καθυστερεί να πάρει μπρος, αλλά όταν το κάνει η δράση είναι καταιγιστική και οι ανατροπές ακολουθούν η μια την άλλη.
Με τι καταπιάνονται εδώ η φοβερή Σαλάντερ και ο Μπλόμκβιστ; Μα με τις κατηγορίες για δολοφονία τριών προσώπων που από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται ν’ αντιμετωπίζει η πρώτη. Ο δικηγόρος Μζιούρμαν, αυτός που βίασε τη Λισμπέθ στον προηγούμενο τόμο, βρίσκεται δολοφονημένος, σχεδόν ταυτόχρονα με ένα νέο δημοσιογράφο του Μιλένιουμ και τη φίλη του, που γράφει το διδακτορικό της με θέμα το εμπόριο λευκής σαρκός στη Σουηδία. Και οι τρεις έχουν φαινομενικά εκτελεστεί εν ψυχρώ με ένα πιστόλι που φέρει τα δαχτυλικά αποτυπώματα της Λισμπέθ. Η κοπέλα, που δεν μπορεί να εμπιστευτεί καθόλου τις αρχές, αποφασίζει να εξαφανιστεί από προσώπου γης και ν’ αρχίσει τη δική της έρευνα για διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού πιστεύει ότι κανένας απολύτως δεν πιστεύει ότι είναι αθώα. Και σ’ αυτό θα πέσει έξω, αφού τόσο ο Μπλόμκβιστ, που της χρωστά τη ζωή του, όσο και ο πρώην εργοδότης της και κάποιοι φίλοι από το παρελθόν, θα ξεκινήσουν το δικό τους αγώνα για να αποδείξουν την αθωότητά της. Στις προσπάθειές τους θα σταθούν εμπόδια ένας πρώην συνάδελφος της κοπέλας, ένας τίμιος πλην ξεροκέφαλος και θερμόαιμος αστυνομικός, αλλά και το ίδιο το αστυνομικό και επιστημονικό κατεστημένο της χώρας, που για κάποιο λόγο θέλουν να φτάσουν πρώτοι στην κοπέλα, ώστε να μην έρθουν στο φως κάποια σκοτεινά μυστικά από το παρελθόν.
Καθώς τα μυστικά και ψέματα οδηγούν τους αθώους ακόμη ερευνητές από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, μαθαίνουμε κάποια πράγματα για τη ζωή της Λισμπέθ, που εξηγούν την αντιπάθειά της για τις αρχές και τις ακραία αντικοινωνικές της τάσεις. Και όσο περισσότερα μαθαίνουμε, τόσο περισσότερο ενισχύεται η άποψή μας ότι είναι ο καλύτερος ίσως διαμορφωμένος, ή αν προτιμάτε σκιαγραφημένος γυναικείος χαρακτήρας, από την εποχή των ρώσων κλασικών. Ο Λάρσον έκανε μια καταβύθιση στα βάθη της ψυχής της ηρωίδας του, φέρνοντας στην επιφάνεια κάποιες σκληρές ή μη αλήθειες όπως: το πώς άρχισαν όλα, το ότι έχει μια δίδυμη αδελφή («Εγώ γεννήθηκα πρώτη, εκείνη γεννήθηκε όμορφη», λέει κάπου) την οποία έχει να συναντήσει χρόνια, τα πόσα υπέφερε υπό την προστασία ενός δυσλειτουργικού κοινωνικού συστήματος, που έκανε ό,τι μπορούσε για να την κρατήσει «φυτό», εσώκλειστο πειραματόζωο σε κάποιο εργαστήριο.
Το «Κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» είναι ένα βιβλίο σκληρό, σκληρότερο από το «Κορίτσι με το τατουάζ», αλλά και ένα βιβλίο όπου η γυαλιστερή βιτρίνα μιας χώρας και πάλι γκρεμίζεται, και όπου κάποιοι απλά δεν μπορούν να επιτρέψουν στα κάθε λογής καθάρματα να τη βγάλουν και πάλι καθαρή.
Πυκνογραμμένο, καλογραμμένο και μετά το πρώτο τρίτο του καταιγιστικό. Ανυπομονώ να διαβάσω το τρίτο μέρος. Όπως βλέπω ο ελληνικός τόμος αριθμεί 700 σελίδες σε αντίθεση με τον αγγλικό που είναι μόλις 500. Τι μας έφταιξαν τα καημένα τα δεντράκια;
Stieg Larsson – The Girl with the Dragon Tattoo
Το The Girl with the Dragon Tattoo είναι ένα από εκείνα τα ξεχωριστά βιβλία που δικαιώνουν τη φήμη που τα συνοδεύει. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο θρίλερ, γεμάτο δράση, αγωνία, ανατροπές, αλλά την ίδια ώρα αποτελεί κι ένα δεικτικό σχόλιο για τη σύγχρονη σουηδική κοινωνία. Ο Στιγκ Λάρσον ακροβατώντας ανάμεσα στο αμερικανικό θρίλερ και το βρετανικό μυθιστόρημα μυστηρίου δημιουργεί ένα εξαιρετικό έργο με αξιομνημόνευτους ήρωες. Ειδικά η Λισμπέθ Σαλάντερ είναι ένας τόσο περίπλοκος κι απλός, τόσο ακραίος και ακαριαίος, τόσο… φευγάτος χαρακτήρας, που μπορεί άνετα να διεκδικήσει ένα ξεχωριστό ρόλο στο πάνθεον των ηρώων του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί με αδρά και κάθε άλλο παρά φωτεινά χρώματα το πρόσωπο της σουηδικής κοινωνίας του χθες και του σήμερα. Μιλά για το σκοτεινό παρελθόν της χώρας, ξύνει ναζιστικές πληγές, περιγράφει τη γυαλιστερή βιτρίνα του σήμερα, πίσω από την οποία κρύβεται πολλή βρωμιά.
Όλα αρχίζουν όταν ο δημοσιογράφος Μικαέλ Μπλόμκβιστ καταδικάζεται σε δίμηνη φυλάκιση για ένα θέμα που δημοσίευσε στο περιοδικό του, σύμφωνα με το οποίο ένας από τους μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες της χώρας είναι ένας απλός απατεώνας. Ο ίδιος προσωπικά δεν έχει καμία αμφιβολία για τους ισχυρισμούς του, αλλά επειδή δεν μπορεί, σαν δημοσιογράφος, να αποκαλύψει την πηγή του, αποδέχεται αδιαμαρτύρητα την ποινή, την οποία θα κληθεί να υπηρετήσει σύντομα. Η καταδίκη του φυσικά έχει και παράπλευρες απώλειες, αφού εξαιτίας της το περιοδικό του οποίου προΐσταται, με τίτλο «Μιλένιουμ», χάνει την αξιοπιστία του, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να δέχεται διαφημιστικό και δυσφημιστικό πόλεμο από τις εταιρείες και τα έντυπα του αντιπάλου του. Καθώς νιώθει να παραπαίει στα όρια της απελπισίας, έρχεται να τον σώσει σαν από μηχανής θεός ένας γέρο βιομήχανος, ο Χένρικ Βάνγκερ, ο οποίος του αναθέτει για ένα αρκετά μεγάλο ποσό να συγγράψει το χρονικό της οικογένειάς του, αλλά και να λύσει ένα παλιό μυστήριο: την εξαφάνιση, και μάλλον δολοφονία, δεκαετίες πριν της αγαπημένης του ανιψιάς, Χάριετ. Την πρώτη αποστολή τη δέχεται με ευχαρίστηση, αλλά διατηρεί τις αμφιβολίες του κατά πόσο θα μπορέσει να φέρει εις πέρας τη δεύτερη, κάτι που ομολογεί στον εργοδότη του.
Ενώ συμβαίνουν όλ’ αυτά η αντικοινωνική εικοσιπεντάχρονη γυναίκα, με το παιδικό κορμί, Λισμπέθ Σαλάντερ περνάει τα δικά της ζόρια. Παιδί μιας δυσλειτουργικής και διαλυμένης τελικά οικογένειας, μεγάλωσε περιφερόμενη από το ένα σπίτι στο άλλο, αδυνατώντας να προσαρμοστεί σε μια ζωή που δεν της ταιριάζει, και υπό στενή παρακολούθηση από τις «κοινωνικές υπηρεσίες». Μοιάζει μ’ ένα από εκείνα τα εντελώς χαμένα στον κόσμο τους πλάσματα, που δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στο πλήθος και που τους είναι αδύνατον να εμπιστευτούν κανένα. Εκείνα που τελικά τη σώζουν είναι το μυαλό και τα κότσια της. Είναι μια λαμπρή ερευνήτρια, που μπορεί να φέρει εις πέρας ακόμη και τις πιο -φαινομενικά- αδύνατες αποστολές, χωρίς να χύσει σταγόνα ιδρώτα. Και είναι μια νεαρή γυναίκα, που πέφτει θύμα κακοποίησης από τον κοινωνικό λειτουργό που έχει την ευθύνη της, και τον οποίο δε διστάζει να πληρώσει με το ίδιο ακριβώς νόμισμα. Η πρώτη πραγματικότητα θα την οδηγήσει στον Μπλόμκβιστ, ο οποίος θα γίνει προς μεγάλη της έκπληξη ο μοναδικός άντρας που μπορεί να εμπιστευτεί, κι η δεύτερη θα της χαρίσει ένα φανατικό εχθρό.
Οι δυο τους θα αποτελέσουν ένα μοναδικό δίδυμο, που για καιρό πολύ θα ακροβατεί πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που θυμίζει έντονα τις οδύνες της πραγματικής ζωής: ένα σκοινί φτιαγμένο με μυστικά και ψέματα, με υπέροχους υποκριτές και αδίστακτους… δειλούς, με έντονες στιγμές αγάπης και εξάρσεις μίσους, με τα νήματα που δένουν μία κάθε άλλο παρά αγγελική οικογένεια.
Ο Λάρσον χρησιμοποιώντας μια πληθώρα χαρακτήρων και ετερόκλητων υλικών φτιάχνει ένα βιβλίο μωσαϊκό της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας όπου η παρανομία είναι ο κανόνας, το χρήμα ο θεός, και στην οποία θέματα όπως η σεξουαλική κακοποίηση, αλλά και τα εγκλήματα μίσους, χώνονται επιμελώς κάτω από το χαλί. Γιατί γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία; Επειδή είναι κατά βάθος πολύ ανθρώπινο, και δε μοιάζει σχεδόν σε τίποτα με τα σύγχρονα, κατ’ ουσία επιφανειακά μοντέρνα θρίλερ. Με λόγια απλά: αυτό ήταν το βιβλίο που θα ονειρευόταν να γράψει κάθε μοντέρνος συγγραφέας, αλλά μόνο αυτός τα κατάφερε. Και επιμένω για τη Σαλάντερ: θα μπορούσε να πάρει μία θέση δίπλα στις πιο σημαντικές ηρωίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Subscribe to:
Posts (Atom)


