Η Δρ. Τέμπερανς Μπρέναν επιστρέφει με το Flash and Bones, μια νέα περιπέτεια που λαμβάνει χώρα στην πόλη Σαρλότ της Βόρειας Καρολίνας.
Καθώς η πόλη ετοιμάζεται για την εβδομάδα ράλι φτιαγμένων αυτοκινήτων -NASCAR- οι αρχές ανακαλύπτουν ένα πτώμα, χωμένο μέσα σ’ ένα βαρέλι και ριγμένο σ’ ένα χαντάκι στο πλάι του αυτοκινητόδρομου. Αμέσως καλείται στη σκηνή η γνωστή μας, κι από την τηλεοπτική σειρά, ιατροδικαστής-ανθρωπολόγος Δρ. Μπρέναν, με οδηγίες να δώσει προτεραιότητα σ’ αυτή την υπόθεση, καθώς κανείς δεν θέλει να δημιουργηθεί τέτοιες μέρες πανικό στην πόλη. Έλα όμως που σχεδόν ταυτόχρονα ανακαλύπτεται και δεύτερο πτώμα, αυτή τη φορά σε μια τάφρο. Η καλή γιατρός από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκει τον εαυτό της στο κέντρο του κυκλώνα. Ποια είναι τα θύματα; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Για πόσο καιρό είναι νεκρά; Αυτό είναι το δεύτερο.
Οι απαντήσεις που αναζητούν οι αρχές δεν θα δοθούν και τόσο εύκολα, ενώ τα πράγματα θα ξεφύγουν από κάθε έλεγχο όταν πια κάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή και κάποιοι πράκτορες του FBI. Τι γυρεύουν εκεί; Μήπως υποψιάζονται ότι πίσω από τα εγκλήματα κρύβεται κάποιος κατά συρροή δολοφόνος; Αλλά γιατί να το σκεφτούν αυτό από τη στιγμή που τα θύματα πέθαναν με μεγάλη χρονική διαφορά μεταξύ τους; (Το ένα πολλά χρόνια πριν, το άλλο όχι και τόσο παλιά). Στο μεταξύ έχει εξαφανιστεί κι ένας άντρας από την Ατλάντα, που έφτασε πρόσφατα στην πόλη, και όλοι υποψιάζονται ότι θα είναι κι αυτός νεκρός.
Όλα αυτά που συμβαίνουν ξυπνούν, ως συνήθως, τη γνωστή περιέργεια της Μπρέναν, και αν και οι ομοσπονδιακοί πράκτορες της βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές -κλέβουν το ένα πτώμα, εξαφανίζουν φάκελους και στοιχεία- είναι αποφασισμένη να φτάσει στην άκρη του νήματος. Ενός νήματος το οποίο ξεκινά πολλά χρόνια πριν με την εξαφάνιση μιας νέας γυναίκας ονόματι Σίντι Γκάμπολ, αλλά και του φίλου της Κάιλ Λοβέτ.
Δοθείσης της ευκαιρίας η συγγραφέας μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο και μας μιλά για την ιστορία των αγώνων NASCAR, το πώς όλα ξεκίνησαν την εποχή της ποτοαπαγόρευσης, αλλά και για κάποιες από τις ρατσιστικές οργανώσεις στις ΗΠΑ, που πολλές φορές χρησιμοποιούνται όχι μόνο για να εξαπλώσουν το μίσος κατά των μεταναστών αλλά και σαν μέσο πλουτισμού. Είναι σαν να μας λέει ότι η μια έρευνα οδηγεί στην άλλη και όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην ιστορία. Και ίσως να έχει δίκιο, αφού η λύση των σημερινών αινιγμάτων όντως κρύβεται στο μακρινό παρελθόν.
Στο μεταξύ ρίχνουμε μια ματιά και στην προσωπική ζωή της Μπρέναν που μοιάζει να σχοινοβατεί ανάμεσα στον κίνδυνο, τη μοναξιά και την απόγνωση, και η οποία πού και πού φλερτάρει με την κωμωδία. Από τη μια έχουμε την επιμονή της καλής γιατρού να βλαστά εκεί που δεν την σπέρνουν. Από την άλλη την αδυναμία της αποκτήσει μια σταθερή σχέση -ο πότε έτσι πότε αλλιώς αγαπημένος της, Άντριου Ράιαν, είναι στο Κεμπέκ όπου προσπαθεί να τα βρει με την κόρη του- εκτός απ’ αυτή με το γάτο της τον Μπέρτι φυσικά, και τέλος έχουμε τα πάρε-δώσε της με την Σάμμερ, το φρούτο που σκοπεύει να παντρευτεί ο πρώην άντρας της Πιτ, και η οποία επιμένει να αναζητεί τις συμβουλές της. Λες και δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει. Τελικά ο μόνος που μοιάζει να την καταλαβαίνει απόλυτα είναι ο Σκίνι, ένας σκληροτράχηλος μπάτσος που αρχικά δεν φαίνεται να συμπαθεί, ο οποίος όμως έχει σκυλίσιο πείσμα, που σε ό,τι την αφορά είναι διατεθειμένος να βάλει πολλή νερό στο κρασί του και ο οποίος μας χαρίζει κάποιες από τις πιο απολαυστικές στιγμές στο βιβλίο. Η Τέμπερανς και ο Σκίνι με το πείσμα και την ευφυΐα τους θα συνεχίσουν να ψάχνουν τις απαντήσεις στους γρίφους που έχουν βγει στην επιφάνεια μέχρι το τέλος, αγνοώντας γνωστικά τους άλλους, που νομίζουν ότι έχουν ήδη βρει τις απαντήσεις.
Αν δεν είχα αντιληφθεί ποιος ήταν ο δολοφόνος με το που έκανε την εμφάνισή του στη σκηνή, θα έλεγα ότι αυτό είναι ένα από τα καλύτερά της βιβλία. Όπως και να έχει όμως, διαβάζεται όπως πάντα γρήγορα και ευχάριστα και μάλλον θα ικανοποιήσει τους φίλους της συγγραφέως.
Friday, February 24, 2012
Kathy Reichs – Devil Bones
Για να πω το κρίμα μου την Κάθι Ράις κάπου άρχισα να τη βαριέμαι και ας διάβασα μόλις τρία από τα βιβλία της. Το πρόβλημα δεν είναι τα βιβλία αυτά καθαυτά, αλλά το ότι μοιάζει να ασχολείται ξανά και ξανά με τα ίδια θέματα, αλλάζοντας απλά τόπους και θύματα. Φυσικά ακολουθεί με περισσή μαεστρία τις κλασικές συνταγές της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά μερικές φορές αυτό απλά δεν είναι αρκετό. Για να το θέσω απλά φαίνεται να έχει πέσει κι αυτή στην παγίδα της… κοιλιάς, όπως και κάποιοι άλλοι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας: τον Τζέφρι Ντίβερ και τον Μάικλ Κόνελι. Ο μόνος που φαίνεται προς το παρόν να την αποφεύγει είναι ο Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, που μόλις έχει κυκλοφορήσει το νέο του βιβλίο, το οποίο εύχομαι να μη με απογοητεύσει.
Στο Devil Bones τώρα. Η ανθρωπολόγος Τεμπ Μπρέναν καλείται κι αυτή τη φορά στο χώρο ενός εγκλήματος για να δώσει τα φώτα της. Σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο στην πόλη Σαρλότ, κάποιος ανακαλύπτει ένα ανθρώπινο κρανίο, από το οποίο λείπει η κάτω σιαγόνα. Καταπολεμώντας τα αισθήματα κλειστοφοβίας που νιώθει η καλή επιστήμονας κατεβαίνει εκεί κάτω για ν’ ανακαλύψει με κάποια έκπληξη ότι ο χώρος κάποτε, ίσως όχι και στο πολύ μακρινό παρελθόν, χρησιμοποιείτο για την πραγματοποίηση τελετών μαύρης μαγείας. Η δουλειά της τώρα είναι να αναγνωρίσει σε ποιον ανήκε η νεκροκεφαλή αλλά και, αν το μπορεί, να προσδιορίσει το χρόνο θανάτου. Ως συνήθως συνεργάζεται στενά μ’ ένα ιδιόρρυθμο και μονόχνοτο ντετέκτιβ Σλαϊτέλ, ο οποίος εξετάζει τα τεκμήρια για το έγκλημα.
Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν οι δυο τους θα βρεθούν στο κέντρο ενός κυκλώνα, ο οποίος θα δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο από ένα πολιτικάντη, υπερασπιστή δήθεν των ανθρώπινων αξιών, αλλά και φανατικό οπαδό της αντιδικίας για σκοπούς εκδίκησης. Σιγά-σιγά τα πτώματα θ’ αρχίσουν να μαζεύονται στο νεκροτομείο, ενώ όλες οι έρευνες θα οδηγούνται από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Μάγοι, απατεώνες, κλέφτες, κήρυκες και δημοσιογράφοι ανακατεύουν όλο και περισσότερο την τράπουλα, μα ο τζόκερ δεν είναι πουθενά.
Καθώς συμβαίνουν όλ’ αυτά εξακολουθούμε να ρίχνουμε και κλεφτές ματιές στην προσωπική ζωή της Τεμπ: τις προσπάθειες να συνδεθεί όσο περισσότερο μπορεί με την κόρη της, τις αναμνήσεις απ’ τον τελευταίο μεγάλο της έρωτα, ο οποίος την έχει χαράξει, και τις ελπίδες για μια νέα αρχή μ’ ένα άντρα από το παρελθόν, που έμεινε χήρος μετά από τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους.
Η συγγραφέας προσπαθεί να δείξει ότι η Τεμπ είναι ατρόμητη και φοβισμένη την ίδια ώρα και κάπου έκει χαλάει το γλυκό. Κατεβαίνει σε τάφους, μελετά πτώματα, συχνά-πυκνά βρίσκεται στη μέση πραγματικών διασταυρούμενων πυρών και δεν τρομάζει, αλλά τα συναισθήματα της κόβουν την ανάσα, τη βγάζουν έξω απ’ τα νερά της. Σαν επιστήμονας είναι απόλυτα ισορροπημένη, μπορεί να καταλάβει και να εξηγήσει τα πάντα, αλλά σαν απλός άνθρωπος, είναι γεμάτη ανασφάλειες κι αδυναμίες. Δυστυχώς για τη συγγραφέα, οι ερμηνείες που δίνει δεν είναι πειστικές. Σε αντίθεση με την Πατρίσια Κόρνγουελ, που την ιατροδικαστή Σκαρπέτα της την έχει αναλύσει τόσο πολύ και τόσο πειστικά, που κάθε φορά που διαβάζουμε ένα βιβλίο της, νιώθουμε ότι την ξέρουμε από πάντα, σα μια παλιά καλή φίλη.
Παρόλα αυτά όμως, το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Αν πέσει στα χέρια σας θα το απολαύσετε, αλλά δε θα σας παρότρυνα να τρέξετε να το αγοράσατε κιόλας.
Στο Devil Bones τώρα. Η ανθρωπολόγος Τεμπ Μπρέναν καλείται κι αυτή τη φορά στο χώρο ενός εγκλήματος για να δώσει τα φώτα της. Σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο στην πόλη Σαρλότ, κάποιος ανακαλύπτει ένα ανθρώπινο κρανίο, από το οποίο λείπει η κάτω σιαγόνα. Καταπολεμώντας τα αισθήματα κλειστοφοβίας που νιώθει η καλή επιστήμονας κατεβαίνει εκεί κάτω για ν’ ανακαλύψει με κάποια έκπληξη ότι ο χώρος κάποτε, ίσως όχι και στο πολύ μακρινό παρελθόν, χρησιμοποιείτο για την πραγματοποίηση τελετών μαύρης μαγείας. Η δουλειά της τώρα είναι να αναγνωρίσει σε ποιον ανήκε η νεκροκεφαλή αλλά και, αν το μπορεί, να προσδιορίσει το χρόνο θανάτου. Ως συνήθως συνεργάζεται στενά μ’ ένα ιδιόρρυθμο και μονόχνοτο ντετέκτιβ Σλαϊτέλ, ο οποίος εξετάζει τα τεκμήρια για το έγκλημα.
Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν οι δυο τους θα βρεθούν στο κέντρο ενός κυκλώνα, ο οποίος θα δημιουργηθεί κατά κύριο λόγο από ένα πολιτικάντη, υπερασπιστή δήθεν των ανθρώπινων αξιών, αλλά και φανατικό οπαδό της αντιδικίας για σκοπούς εκδίκησης. Σιγά-σιγά τα πτώματα θ’ αρχίσουν να μαζεύονται στο νεκροτομείο, ενώ όλες οι έρευνες θα οδηγούνται από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Μάγοι, απατεώνες, κλέφτες, κήρυκες και δημοσιογράφοι ανακατεύουν όλο και περισσότερο την τράπουλα, μα ο τζόκερ δεν είναι πουθενά.
Καθώς συμβαίνουν όλ’ αυτά εξακολουθούμε να ρίχνουμε και κλεφτές ματιές στην προσωπική ζωή της Τεμπ: τις προσπάθειες να συνδεθεί όσο περισσότερο μπορεί με την κόρη της, τις αναμνήσεις απ’ τον τελευταίο μεγάλο της έρωτα, ο οποίος την έχει χαράξει, και τις ελπίδες για μια νέα αρχή μ’ ένα άντρα από το παρελθόν, που έμεινε χήρος μετά από τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους.
Η συγγραφέας προσπαθεί να δείξει ότι η Τεμπ είναι ατρόμητη και φοβισμένη την ίδια ώρα και κάπου έκει χαλάει το γλυκό. Κατεβαίνει σε τάφους, μελετά πτώματα, συχνά-πυκνά βρίσκεται στη μέση πραγματικών διασταυρούμενων πυρών και δεν τρομάζει, αλλά τα συναισθήματα της κόβουν την ανάσα, τη βγάζουν έξω απ’ τα νερά της. Σαν επιστήμονας είναι απόλυτα ισορροπημένη, μπορεί να καταλάβει και να εξηγήσει τα πάντα, αλλά σαν απλός άνθρωπος, είναι γεμάτη ανασφάλειες κι αδυναμίες. Δυστυχώς για τη συγγραφέα, οι ερμηνείες που δίνει δεν είναι πειστικές. Σε αντίθεση με την Πατρίσια Κόρνγουελ, που την ιατροδικαστή Σκαρπέτα της την έχει αναλύσει τόσο πολύ και τόσο πειστικά, που κάθε φορά που διαβάζουμε ένα βιβλίο της, νιώθουμε ότι την ξέρουμε από πάντα, σα μια παλιά καλή φίλη.
Παρόλα αυτά όμως, το βιβλίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Αν πέσει στα χέρια σας θα το απολαύσετε, αλλά δε θα σας παρότρυνα να τρέξετε να το αγοράσατε κιόλας.
Lee Child – The Affair
Για μένα προσωπικά την Αγία Τριάδα του σύγχρονου αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος αποτελούν οι Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, Τζέφρι Ντίβερ και Μάικλ Κόνελι. Σ’ αυτούς τους τρεις τώρα αναγκάζομαι να προσθέσω και τον Λι Τσάιλντ (εγγλέζος, αλλά ζει στις ΗΠΑ και τα βιβλία του διαδραματίζονται εκεί), που απλά είναι μοναδικός. Η πλάκα είναι ότι τον ανακάλυψα μόλις φέτος, ή μάλλον τον διάβασα φέτος για πρώτη φορά. Η αρχή έγινε με το Worth Dying For, ακολούθησε το ηλεκτρονικής μορφής διήγημα Second Son και μετά σειρά πήρε το The Affair, που κυκλοφόρησε πριν τρεις ημέρες στην Αμερική, και το οποίο καταβρόχθισα σε μια μόλις μέρα.
Μ’ αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας ουσιαστικά ταξιδεύει τον αναγνώστη πίσω στο χρόνο για να του χαρίσει την πρώτη ιστορία, για να του πει δηλαδή πώς όλα άρχισαν για το βασικό του πρωταγωνιστή.
Βρισκόμαστε στο έτος 1997 στην Ουάσινγκτον. Ένας αξιωματούχος προσκαλεί τον τριανταεξάχρονο τότε στρατονόμο Τζακ Ρίτσερ στο γραφείο του για να του αναθέσει μια πολύ σημαντική αποστολή. Πρέπει να αναχωρήσει αμέσως για την πόλη Κάρτερ Κρόσινγκ του Μισσισσιππή, για να διερευνήσει την υπόθεση της δολοφονίας μιας νέας γυναίκας. Το έγκλημα έγινε έξω από τα τείχη της βάσης που διατηρεί ο στρατός στην περιοχή, αλλά ο βασικός ύποπτος είναι ένας αξιωματικός, έτσι οι στρατιωτικές αρχές, αν και δεν έχουν δικαιοδοσία εκεί, πρέπει να παίξουν κι αυτές το ρόλο τους σ’ αυτή την υπόθεση – να προσπαθήσουν δηλαδή να φυλάξουν τα νώτα τους.
Ο Ρίτσερ που για ευνόητους λόγους πρέπει να δουλέψει σαν μυστικός αστυνομικός, κινά στη στιγμή για τον προορισμό του. Όταν φτάνει όμως εκεί, δεν βρίσκει τα πράγματα όπως τα περιμένει. Οι πληροφορίες που του έδωσαν για το έγκλημα είναι τουλάχιστον ανακριβείς, όλοι κρύβονται πίσω από μυστικά και ψέματα, και κάποιοι νταήδες προσπαθούν από το πρώτο λεπτό να του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, η πανέμορφη σερίφης της πόλης που ακούει στο όνομα Ελίζαμπεθ Ντέβερο, αντιλαμβάνεται τι είναι και τι κάνει εκεί με το που τον συναντά και θέλει να τον ξεφορτωθεί. Ωστόσο εκείνος είναι αποφασισμένος να παραμείνει στην πόλη και να διερευνήσει την υπόθεση όσο καλύτερα μπορεί, και σιγά σιγά θ’ αρχίσει, παρόλη την καχυποψία που υπάρχει ανάμεσά τους, να κερδίζει την εκτίμηση, αν και όχι την απόλυτη εμπιστοσύνη της τελευταίας, η οποία όμως θα παραδεχτεί τελικά σιωπηλά ότι ίσως τον χρειάζεται.
Η έρευνα, αν και αρχικά δείχνει απλή, στο τέλος θα αποδειχτεί κάθε άλλο παρά τέτοια, αφού μια σειρά από ατυχείς επιλογές, μα και παραλείψεις των ντόπιων αστυνομικών, αλλά και ο κώδικας σιωπής που επιβάλλουν οι στρατιωτικές αρχές, υψώνουν συνεχώς εμπόδια στο δρόμο τους. Κάθε φορά που φτάνουν σε μια απάντηση αναδύονται νέα ερωτήματα, κάθε φορά που πλησιάζουν κάποια λύση προκύπτουν νέοι γρίφοι. Στο μεταξύ φτάνουν και κάποια μηνύματα απ’ την Ουάσινγκτον που δεν αφήνουν τον Ρίτσερ να ησυχάσει ούτε στιγμή, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στη ζωή του να μην εμπιστεύεται απολύτως το ένστικτό του. Όπως λένε κάποιοι, τα γραπτά μένουν, κι αυτό ακριβώς του παρουσιάζουν τα αφεντικά του: γραπτά στοιχεία, τα οποία για κάποιο λόγο δεν εμπιστεύεται, αλλά και τα οποία δεν μπορεί, την ίδια στιγμή, να αγνοεί. Κάποιος ή κάποιοι μοιάζουν να παίζουν μαζί του, αλλά και με κάποιους άλλους, ένα σκληρό παιχνίδι, με αποφασισμένο από πριν το αποτέλεσμα. Δεν υπολογίζουν όμως όσο θα έπρεπε τον Ρίτσερ, το μοναχικό αυτό καβαλάρη, που περισσότερο ενδιαφέρεται για την απόδοση δικαιοσύνης παρά για τις διαταγές που του δίνουν.
Εδώ έχουμε ένα ακόμη καλογραμμένο θρίλερ, που κινείται σε κινηματογραφικούς ρυθμούς και διαβάζεται με κομμένη την ανάσα. Απ’ αυτό δεν απουσιάζει και το χιούμορ, ειδικά στις ερωτικές σκηνές και όταν ο πρωταγωνιστής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους μάγκες της πόλης, κάτι που του χαρίζει μια ξεχωριστή νότα. Και το πιο σημαντικό: είναι πολύ καλύτερο από το προηγούμενό του μυθιστόρημα, το οποίο βρήκα επίσης εξαιρετικό. Δηλαδή από κορυφή σε κορυφή μας πάει ο κύριος Τσάιλντ. Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει έτσι.
Μ’ αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας ουσιαστικά ταξιδεύει τον αναγνώστη πίσω στο χρόνο για να του χαρίσει την πρώτη ιστορία, για να του πει δηλαδή πώς όλα άρχισαν για το βασικό του πρωταγωνιστή.
Βρισκόμαστε στο έτος 1997 στην Ουάσινγκτον. Ένας αξιωματούχος προσκαλεί τον τριανταεξάχρονο τότε στρατονόμο Τζακ Ρίτσερ στο γραφείο του για να του αναθέσει μια πολύ σημαντική αποστολή. Πρέπει να αναχωρήσει αμέσως για την πόλη Κάρτερ Κρόσινγκ του Μισσισσιππή, για να διερευνήσει την υπόθεση της δολοφονίας μιας νέας γυναίκας. Το έγκλημα έγινε έξω από τα τείχη της βάσης που διατηρεί ο στρατός στην περιοχή, αλλά ο βασικός ύποπτος είναι ένας αξιωματικός, έτσι οι στρατιωτικές αρχές, αν και δεν έχουν δικαιοδοσία εκεί, πρέπει να παίξουν κι αυτές το ρόλο τους σ’ αυτή την υπόθεση – να προσπαθήσουν δηλαδή να φυλάξουν τα νώτα τους.
Ο Ρίτσερ που για ευνόητους λόγους πρέπει να δουλέψει σαν μυστικός αστυνομικός, κινά στη στιγμή για τον προορισμό του. Όταν φτάνει όμως εκεί, δεν βρίσκει τα πράγματα όπως τα περιμένει. Οι πληροφορίες που του έδωσαν για το έγκλημα είναι τουλάχιστον ανακριβείς, όλοι κρύβονται πίσω από μυστικά και ψέματα, και κάποιοι νταήδες προσπαθούν από το πρώτο λεπτό να του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Και σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, η πανέμορφη σερίφης της πόλης που ακούει στο όνομα Ελίζαμπεθ Ντέβερο, αντιλαμβάνεται τι είναι και τι κάνει εκεί με το που τον συναντά και θέλει να τον ξεφορτωθεί. Ωστόσο εκείνος είναι αποφασισμένος να παραμείνει στην πόλη και να διερευνήσει την υπόθεση όσο καλύτερα μπορεί, και σιγά σιγά θ’ αρχίσει, παρόλη την καχυποψία που υπάρχει ανάμεσά τους, να κερδίζει την εκτίμηση, αν και όχι την απόλυτη εμπιστοσύνη της τελευταίας, η οποία όμως θα παραδεχτεί τελικά σιωπηλά ότι ίσως τον χρειάζεται.
Η έρευνα, αν και αρχικά δείχνει απλή, στο τέλος θα αποδειχτεί κάθε άλλο παρά τέτοια, αφού μια σειρά από ατυχείς επιλογές, μα και παραλείψεις των ντόπιων αστυνομικών, αλλά και ο κώδικας σιωπής που επιβάλλουν οι στρατιωτικές αρχές, υψώνουν συνεχώς εμπόδια στο δρόμο τους. Κάθε φορά που φτάνουν σε μια απάντηση αναδύονται νέα ερωτήματα, κάθε φορά που πλησιάζουν κάποια λύση προκύπτουν νέοι γρίφοι. Στο μεταξύ φτάνουν και κάποια μηνύματα απ’ την Ουάσινγκτον που δεν αφήνουν τον Ρίτσερ να ησυχάσει ούτε στιγμή, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στη ζωή του να μην εμπιστεύεται απολύτως το ένστικτό του. Όπως λένε κάποιοι, τα γραπτά μένουν, κι αυτό ακριβώς του παρουσιάζουν τα αφεντικά του: γραπτά στοιχεία, τα οποία για κάποιο λόγο δεν εμπιστεύεται, αλλά και τα οποία δεν μπορεί, την ίδια στιγμή, να αγνοεί. Κάποιος ή κάποιοι μοιάζουν να παίζουν μαζί του, αλλά και με κάποιους άλλους, ένα σκληρό παιχνίδι, με αποφασισμένο από πριν το αποτέλεσμα. Δεν υπολογίζουν όμως όσο θα έπρεπε τον Ρίτσερ, το μοναχικό αυτό καβαλάρη, που περισσότερο ενδιαφέρεται για την απόδοση δικαιοσύνης παρά για τις διαταγές που του δίνουν.
Εδώ έχουμε ένα ακόμη καλογραμμένο θρίλερ, που κινείται σε κινηματογραφικούς ρυθμούς και διαβάζεται με κομμένη την ανάσα. Απ’ αυτό δεν απουσιάζει και το χιούμορ, ειδικά στις ερωτικές σκηνές και όταν ο πρωταγωνιστής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους μάγκες της πόλης, κάτι που του χαρίζει μια ξεχωριστή νότα. Και το πιο σημαντικό: είναι πολύ καλύτερο από το προηγούμενό του μυθιστόρημα, το οποίο βρήκα επίσης εξαιρετικό. Δηλαδή από κορυφή σε κορυφή μας πάει ο κύριος Τσάιλντ. Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει έτσι.
Lee Child –
Το Second Son δεν είναι το καινούριο μυθιστόρημα του συγγραφέα αλλά ένα εκτενές διήγημα, που κυκλοφορεί σε ηλεκτρονική μορφή μόνο.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στην Οκινάουα της Ιαπωνίας, όπου καταφθάνει το 1974 ο δεκατριάχρονος τότε Τζακ Ρίτσερ με την οικογένειά του. Ο πατέρας του Τζακ είναι πεζοναύτης έτσι η οικογένεια αναγκάζεται να μετακινείται συχνά από το ένα μέρος στο άλλο. Η άφιξή τους στην Οκινάουα ωστόσο κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, αφού οι Αμερικανοί αρχίζουν να αντιμετωπίζουν με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία τα σχέδια της Κίνας και θέλουν να την παρακολουθούν από κοντά. Ο πατέρας του Τζακ πάει εκεί για να συνδράμει σ’ αυτή την προσπάθεια.
Η υποδοχή ωστόσο που επιφυλάσσουν τα άλλα παιδιά των στρατιωτικών τόσο στον τελευταίο, όσο και στον μεγαλύτερο αδελφό του, Τζο, κάθε άλλο παρά θερμή είναι. Κάποιοι από τους μάγκες της γειτονιάς προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν, και ο διπλωμάτης Τζο κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει τον θερμόαιμο μικρό αδελφό του από το να τους απαντήσει στα ίσα.
Σαν να μην τους έφτανε αυτό τα παιδιά σύντομα μαθαίνουν ότι πρέπει κιόλας να δώσουν εξετάσεις για να γραφτούν στο ντόπιο σχολείο, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά -άλλος μπελάς κι ετούτος- ενώ σύντομα και ο πατέρας τους θα τα βρει σκούρα καθώς θα χαθούν κάποια πολύτιμα και απόρρητα έγγραφα από το γραφείο του.
Την ίδια ώρα, ο παππούς των παιδιών από την πλευρά της μητέρας τους, ψυχορραγεί στο διαμέρισμά του στο Παρίσι και δράττοντας αυτή την ευκαιρία ο συγγραφέας ρίχνει λίγο ακόμη φως στο παρελθόν της οικογένειας.
Για λίγες μέρες τα πράγματα μοιάζουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, το ένα πρόβλημα ακολουθεί το άλλο, και στο τέλος πέφτει ο κλήρος στον Τζακ να βγάλει τα φίδια από την τρύπα – όσα μπορεί φυσικά.
Μέσω αυτή της ιστορίας παίρνουμε μια πρώτη ιδέα για το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του Τζακ Ρίτσερ, βασικού ήρωα στα μυθιστορήματα του συγγραφέα. Ίσως η γραφή εδώ να μη φτάνει στο ύψος των προσδοκιών, αλλά διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Το κακό είναι ότι τελειώνει πολύ γρήγορα. Ωστόσο στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και το πρώτο κεφάλαιο του νέου μυθιστορήματος, The Affair, κι αν μπορούμε να κρίνουμε από αυτά που διαβάζουμε, θα λέγαμε ότι μας περιμένουν μεγάλες συγκινήσεις.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στην Οκινάουα της Ιαπωνίας, όπου καταφθάνει το 1974 ο δεκατριάχρονος τότε Τζακ Ρίτσερ με την οικογένειά του. Ο πατέρας του Τζακ είναι πεζοναύτης έτσι η οικογένεια αναγκάζεται να μετακινείται συχνά από το ένα μέρος στο άλλο. Η άφιξή τους στην Οκινάουα ωστόσο κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, αφού οι Αμερικανοί αρχίζουν να αντιμετωπίζουν με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία τα σχέδια της Κίνας και θέλουν να την παρακολουθούν από κοντά. Ο πατέρας του Τζακ πάει εκεί για να συνδράμει σ’ αυτή την προσπάθεια.
Η υποδοχή ωστόσο που επιφυλάσσουν τα άλλα παιδιά των στρατιωτικών τόσο στον τελευταίο, όσο και στον μεγαλύτερο αδελφό του, Τζο, κάθε άλλο παρά θερμή είναι. Κάποιοι από τους μάγκες της γειτονιάς προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν, και ο διπλωμάτης Τζο κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει τον θερμόαιμο μικρό αδελφό του από το να τους απαντήσει στα ίσα.
Σαν να μην τους έφτανε αυτό τα παιδιά σύντομα μαθαίνουν ότι πρέπει κιόλας να δώσουν εξετάσεις για να γραφτούν στο ντόπιο σχολείο, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά -άλλος μπελάς κι ετούτος- ενώ σύντομα και ο πατέρας τους θα τα βρει σκούρα καθώς θα χαθούν κάποια πολύτιμα και απόρρητα έγγραφα από το γραφείο του.
Την ίδια ώρα, ο παππούς των παιδιών από την πλευρά της μητέρας τους, ψυχορραγεί στο διαμέρισμά του στο Παρίσι και δράττοντας αυτή την ευκαιρία ο συγγραφέας ρίχνει λίγο ακόμη φως στο παρελθόν της οικογένειας.
Για λίγες μέρες τα πράγματα μοιάζουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, το ένα πρόβλημα ακολουθεί το άλλο, και στο τέλος πέφτει ο κλήρος στον Τζακ να βγάλει τα φίδια από την τρύπα – όσα μπορεί φυσικά.
Μέσω αυτή της ιστορίας παίρνουμε μια πρώτη ιδέα για το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του Τζακ Ρίτσερ, βασικού ήρωα στα μυθιστορήματα του συγγραφέα. Ίσως η γραφή εδώ να μη φτάνει στο ύψος των προσδοκιών, αλλά διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Το κακό είναι ότι τελειώνει πολύ γρήγορα. Ωστόσο στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και το πρώτο κεφάλαιο του νέου μυθιστορήματος, The Affair, κι αν μπορούμε να κρίνουμε από αυτά που διαβάζουμε, θα λέγαμε ότι μας περιμένουν μεγάλες συγκινήσεις.
Lee Child – Worth Dying For
Το Worth Dying For είναι το πρώτο βιβλίο του Lee Child που διαβάζω, αλλά δεν θα έλεγα παραδόξως, μια και υπάρχουν τόσα καλά θρίλερ εκεί έξω που όσο και να το θέλει κανείς αποκλείεται να τα διαβάσει όλα.
Όπως και νάχει, ο συγγραφέας, του οποίου το μυθιστόρημα 61 Hours βραβεύτηκε πρόσφατα σαν το καλύτερο αστυνομικό της χρονιάς, σ’ αυτό τον τόμο μας χαρίζει μία ακόμη περιπέτεια του βασικού του ήρωα, του Τζακ Ρίτσερ. Τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ διαδραματίζονται, στη διάρκεια δύο μόλις ημερών, κάποιο χειμώνα σε μια απροσδιόριστη πόλη της Νεμπράσκα. Εκεί καταφθάνει κάνοντας ωτοστόπ ο Ρίτσερ ένα βράδυ και σχεδόν αμέσως, λες από συνήθεια, χώνει τη μύτη του σε κάποιο θέμα που δεν τον αφορά. Καθώς κάθεται λοιπόν στο μπαρ του πανδοχείου, του μοναδικού της περιοχής, ο διπλανός του, ένας μεθύστακας που όπως θα μάθει είναι ο γιατρός της περιοχής, δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Έλενορ Ντάνκαν, η οποία όπως λέει η μύτη της έχει σπάσει. Εκείνος αρνείται να την επισκεφθεί, τόσο επειδή βαριέται όσο κι επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Έλενορ ποτέ δεν είναι τυχαίο, αφού ο άντρας της Σεθ συχνά πυκνά την κακοποιεί. Ο Ρίτσερ ωστόσο, που δεν έχει ιδέα γι’ αυτό τον πείθει με το έτσι θέλω να πάει στο σπίτι της, κι ας είναι και μεθυσμένος. Προσφέρεται μάλιστα να τον οδηγήσει εκεί. Κι έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει βρίσκει τον εαυτό του στο μέσο ενός κυκεώνα, καθώς όπως σύντομα θα μάθει οι Ντάνκαν, τρία αδέλφια και ο υιοθετημένος Σεθ, είναι οι ιδιότυποι δικτάτορες της περιοχής. Όλοι τους φοβούνται, όλοι τους απεχθάνονται, αλλά κανείς δεν τολμά να τους αντισταθεί. Κανείς, εκτός από κείνον φυσικά, που σχεδόν για πλάκα θα σπάσει τη μύτη του Σεθ, για να βρεθεί έτσι στο στόχαστρο της οικογένειας.
Καθώς οι Ντάνκαν θα προσπαθούν να τον εκδικηθούν γι’ αυτό που έκανε και για πρώτη φορά θ’ αρχίσουν να μετρούν απώλειές, ο Ρίτσερ θ’ αρχίσει να μαθαίνει μέσα από τα μισόλογα και τις σιωπές, όλη την αλήθεια για τα έργα και τις ημέρες της οικογένειας. Και βάζοντας μαζί της θα φέρει για πρώτη φορά την ελπίδα στους κάτοικους της πόλης. Οι Ντάνκαν, που εκτός των άλλων ασχολούνται και με το λαθρεμπόριο, έχουν τόσο λερωμένη τη φωλιά τους που είναι να απορεί κανείς πώς καταφέρνουν και τη βγάζουν πάντα καθαρή. Τα πράγματα ωστόσο αυτή τη φορά δεν θα είναι και τόσο εύκολα γι’ αυτούς αφού ο Ρίτσερ δεν μοιάζει να φοβάται τίποτα και στιγμές στιγμές φτάνει στο σημείο να σκέφτεται κανείς ότι θέλει να πεθάνει. Αλλά δεν. Το μόνο που θέλει να κάνει είναι να βάλει τα καθάρματα στη θέση τους και να συνεχίσει το ταξίδι του. Και σ’ αυτή την προσπάθεια δεν θα είναι μόνος καθώς θα σταθούν, τρέμοντας έστω, στο πλευρό του, τόσο ο γιατρός και η γυναίκα του, όσο και μια ηλικιωμένη καμαριέρα της οποίας η κόρη είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης πολλά χρόνια πριν.
Στην όλη υπόθεση θα αναμιχθούν, θέλοντας και μη, και μερικοί μαφιόζοι, ιταλοί, λιβανέζοι και ιρανοί, που αν μη τι άλλο θα προσθέσουν κάποιους αλλιώτικους χρωματισμούς στην ιστορία.
Αν μας θυμίζει κάτι ο Ρίτσερ είναι κάποιον από τους ήρωες των αμερικανικών ταινιών δράσης. Σκεφτείτε τον Μπρους Γουίλις στο «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ο Ρίτσερ ωστόσο είναι ένας ήρωας απόλυτα μοναχικός, που δεν μοιάζει διατεθειμένος να δημιουργήσει στενές σχέσεις με τους ανθρώπους, όσο κι αν νοιάζεται γι’ αυτούς. Το μόνο που τον ενδιαφέρει πραγματικά είναι ο δρόμος. Ο δρόμος είναι ο προορισμός, μοιάζει να θέλει να μας πει, κι ας υπάρχει μία διαφορετική εικόνα στο μυαλό του.
Ένα θρίλερ γραμμένο με κινηματογραφικούς ρυθμούς, που σίγουρα θα ικανοποιήσει τους φίλους του αμερικανικού αστυνομικού βιβλίου.
Όπως και νάχει, ο συγγραφέας, του οποίου το μυθιστόρημα 61 Hours βραβεύτηκε πρόσφατα σαν το καλύτερο αστυνομικό της χρονιάς, σ’ αυτό τον τόμο μας χαρίζει μία ακόμη περιπέτεια του βασικού του ήρωα, του Τζακ Ρίτσερ. Τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ διαδραματίζονται, στη διάρκεια δύο μόλις ημερών, κάποιο χειμώνα σε μια απροσδιόριστη πόλη της Νεμπράσκα. Εκεί καταφθάνει κάνοντας ωτοστόπ ο Ρίτσερ ένα βράδυ και σχεδόν αμέσως, λες από συνήθεια, χώνει τη μύτη του σε κάποιο θέμα που δεν τον αφορά. Καθώς κάθεται λοιπόν στο μπαρ του πανδοχείου, του μοναδικού της περιοχής, ο διπλανός του, ένας μεθύστακας που όπως θα μάθει είναι ο γιατρός της περιοχής, δέχεται ένα τηλεφώνημα από την Έλενορ Ντάνκαν, η οποία όπως λέει η μύτη της έχει σπάσει. Εκείνος αρνείται να την επισκεφθεί, τόσο επειδή βαριέται όσο κι επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Έλενορ ποτέ δεν είναι τυχαίο, αφού ο άντρας της Σεθ συχνά πυκνά την κακοποιεί. Ο Ρίτσερ ωστόσο, που δεν έχει ιδέα γι’ αυτό τον πείθει με το έτσι θέλω να πάει στο σπίτι της, κι ας είναι και μεθυσμένος. Προσφέρεται μάλιστα να τον οδηγήσει εκεί. Κι έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει βρίσκει τον εαυτό του στο μέσο ενός κυκεώνα, καθώς όπως σύντομα θα μάθει οι Ντάνκαν, τρία αδέλφια και ο υιοθετημένος Σεθ, είναι οι ιδιότυποι δικτάτορες της περιοχής. Όλοι τους φοβούνται, όλοι τους απεχθάνονται, αλλά κανείς δεν τολμά να τους αντισταθεί. Κανείς, εκτός από κείνον φυσικά, που σχεδόν για πλάκα θα σπάσει τη μύτη του Σεθ, για να βρεθεί έτσι στο στόχαστρο της οικογένειας.
Καθώς οι Ντάνκαν θα προσπαθούν να τον εκδικηθούν γι’ αυτό που έκανε και για πρώτη φορά θ’ αρχίσουν να μετρούν απώλειές, ο Ρίτσερ θ’ αρχίσει να μαθαίνει μέσα από τα μισόλογα και τις σιωπές, όλη την αλήθεια για τα έργα και τις ημέρες της οικογένειας. Και βάζοντας μαζί της θα φέρει για πρώτη φορά την ελπίδα στους κάτοικους της πόλης. Οι Ντάνκαν, που εκτός των άλλων ασχολούνται και με το λαθρεμπόριο, έχουν τόσο λερωμένη τη φωλιά τους που είναι να απορεί κανείς πώς καταφέρνουν και τη βγάζουν πάντα καθαρή. Τα πράγματα ωστόσο αυτή τη φορά δεν θα είναι και τόσο εύκολα γι’ αυτούς αφού ο Ρίτσερ δεν μοιάζει να φοβάται τίποτα και στιγμές στιγμές φτάνει στο σημείο να σκέφτεται κανείς ότι θέλει να πεθάνει. Αλλά δεν. Το μόνο που θέλει να κάνει είναι να βάλει τα καθάρματα στη θέση τους και να συνεχίσει το ταξίδι του. Και σ’ αυτή την προσπάθεια δεν θα είναι μόνος καθώς θα σταθούν, τρέμοντας έστω, στο πλευρό του, τόσο ο γιατρός και η γυναίκα του, όσο και μια ηλικιωμένη καμαριέρα της οποίας η κόρη είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης πολλά χρόνια πριν.
Στην όλη υπόθεση θα αναμιχθούν, θέλοντας και μη, και μερικοί μαφιόζοι, ιταλοί, λιβανέζοι και ιρανοί, που αν μη τι άλλο θα προσθέσουν κάποιους αλλιώτικους χρωματισμούς στην ιστορία.
Αν μας θυμίζει κάτι ο Ρίτσερ είναι κάποιον από τους ήρωες των αμερικανικών ταινιών δράσης. Σκεφτείτε τον Μπρους Γουίλις στο «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ο Ρίτσερ ωστόσο είναι ένας ήρωας απόλυτα μοναχικός, που δεν μοιάζει διατεθειμένος να δημιουργήσει στενές σχέσεις με τους ανθρώπους, όσο κι αν νοιάζεται γι’ αυτούς. Το μόνο που τον ενδιαφέρει πραγματικά είναι ο δρόμος. Ο δρόμος είναι ο προορισμός, μοιάζει να θέλει να μας πει, κι ας υπάρχει μία διαφορετική εικόνα στο μυαλό του.
Ένα θρίλερ γραμμένο με κινηματογραφικούς ρυθμούς, που σίγουρα θα ικανοποιήσει τους φίλους του αμερικανικού αστυνομικού βιβλίου.
Lisa Gardner – Catch Me
Το Catch Me είναι το πρώτο βιβλίο της Λίσα Γκάρτνερ που διαβάζω και μπορώ να πω ότι το απόλαυσα πολύ. Η συγγραφέας έχει ένα μοναδικό τρόπο να παρασύρει τον αναγνώστη στους κόσμους που δημιουργεί, να τον ρίχνει σε παγίδες, να τον κάνει να δένεται συναισθηματικά με τους ήρωες, ή μάλλον με τις ηρωίδες της.
Ναι, οι γυναίκες είναι οι βασικές πρωταγωνίστριες σ’ αυτό το θρίλερ: η σταθερή της, όπως μαθαίνουμε ηρωίδα, ντετέκτιβ D.D. Warren, που είναι ουσιαστικά σε όλους γνωστή με τα αρχικά του ονόματός της, η νεαρή της συνάδελφος, που ασχολείται με τα σεξουαλικά εγκλήματα, ντετέκτιβ Ο και η Σαρλίν Ροσαλίντ Κάρτερ Γκραντ, η οποία πρόκειται να πεθάνει σε τέσσερις ημέρες. Έτσι ακριβώς! Όπως θα πει στην ΝτιΝτι που μέχρι τότε είχε να το λέει ότι τίποτα δεν μπορούσε να της προκαλέσει την έκπληξη, στις οκτώ το βράδυ της 21ης Ιανουαρίου, κάποιος θα τη σκοτώσει, όπως ακριβώς σκότωσε τις δύο προηγούμενες χρονιές τις καλύτερές της φίλες, Ράντι και Τζάκι. Η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσει θα είναι ο στραγγαλισμός, και οι αρχές όταν θ’ αρχίσουν τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν θα ανακαλύψουν στο πτώμα της ή στο χώρο κάποιο σημάδι αντίστασης.
Στην αρχή η ΝτιΝτι όταν την προσεγγίζει εκείνη η παράξενη μικροκαμωμένη κοπέλα με το όνομα σιδηρόδρομο, και την παρακαλεί να αναλάβει αυτή την έρευνα της δολοφονίας της, την παίρνει για τρελή, αλλά μια κι έχει ξυπνήσει μέσα της την περιέργεια αποφασίζει να το ψάξει λίγο το θέμα. Και όσο περισσότερο το ψάχνει, τόσο περισσότερο σίγουρη νιώθει ότι η Σαρλίν ίσως να έχει τελικά δίκιο.
Ωστόσο αυτό δεν είναι η μοναδικό θέμα που την απασχολεί αυτές τις μέρες, κι έτσι δεν μπορεί να του αφιερώσει όσο χρόνο θα ήθελε. Από τη μια διερευνά την υπόθεση ενός κατά συρροή δολοφόνου, που έχει βάλει στο στόχαστρό του κάποιους σεσημασμένους παιδεραστές, ενώ από την άλλη περιμένει από στιγμή σε στιγμή την άφιξη στη Βοστώνη, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, των γονιών της. Κι η αλήθεια να λέγεται: προτιμά να κυνηγά διεστραμμένους δολοφόνους όλη μέρα από το να κάθεται έστω και για μια ώρα στο ίδιο τραπέζι με τη μάνα της. Όχι πώς η τελευταία της έχει κάνει κάτι, αλλά να, απλά δεν αντέχει τις προσπάθειες που κάνει ώστε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες στη ζωή της. Η ΝτιΝτι και ο σύντροφός της έχουν πρόσφατα αποκτήσει παιδί, ένα γκρινιάρικο παιδί που δεν τους αφήνει στιγμή ν’ ανασάνουν, και η μάνα της θεωρεί ότι έχει φτάσει πια η ώρα να παντρευτεί. Εκείνη από τη δική της πλευρά σκέφτεται ότι η σχέση της είναι μια χαρά, οπότε δεν βλέπει το λόγο να ρισκάρει τα πάντα απλά για ένα τυπικό συμβόλαιο.
Η ιστορία όμως δεν καταπιάνεται όμως μοναχά με τη σχέση της τελευταίας με τη μάνα της, αλλά και μ’ αυτήν της Σαρλίν με τη δική της, η οποία της χάραξε ουσιαστικά τη ζωή. Κι αυτό γιατί η γυναίκα που τη γέννησε ήταν ψυχοπαθής. Κακοποιούσε τόσο αυτή όσο και τα αδέλφια της και τα λίγα χρόνια που έζησε μαζί της έμοιαζαν μ’ ένα φοβερό εφιάλτη. Μ’ ένα εφιάλτη που ακόμη τη στοιχειώνει και που δεκαετίες μετά εξακολουθεί να τις προκαλεί ενοχές: για τα πράγματα που έκανε και για όλ’ αυτά που δεν μπόρεσε να κάνει. Καθώς τώρα δεν έχει παρά μονάχα τέσσερις μέρες για να ζήσει επιστρέφει ξανά και ξανά στο μακρινό παρελθόν και προσπαθεί να βρει εκεί τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που την απασχολούν. Και όντως όλες οι απαντήσεις βρίσκονται εκεί, το μόνο που μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν θα καταφέρει να τις συναντήσει.
Η συγγραφέας μας χαρίζει ένα πολύ καλό θρίλερ, με εξαιρετικά δυνατούς και καλά σχεδιασμένους χαρακτήρες. Εισβάλλει με σχετική ευκολία στις ψυχές των ηρωίδων της και περιγράφει με λεπτομέρειες όλα αυτά που τις απασχολούν – αυτά που θα τις οδηγήσουν είτε προς την προσωπική σωτηρία είτε προς την ολοκληρωτική καταστροφή. Αν κάνει κάτι λάθος είναι που αφήνει να αποκαλυφθεί σχετικά νωρίς η ταυτότητα του δολοφόνου, ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας.
Ναι, οι γυναίκες είναι οι βασικές πρωταγωνίστριες σ’ αυτό το θρίλερ: η σταθερή της, όπως μαθαίνουμε ηρωίδα, ντετέκτιβ D.D. Warren, που είναι ουσιαστικά σε όλους γνωστή με τα αρχικά του ονόματός της, η νεαρή της συνάδελφος, που ασχολείται με τα σεξουαλικά εγκλήματα, ντετέκτιβ Ο και η Σαρλίν Ροσαλίντ Κάρτερ Γκραντ, η οποία πρόκειται να πεθάνει σε τέσσερις ημέρες. Έτσι ακριβώς! Όπως θα πει στην ΝτιΝτι που μέχρι τότε είχε να το λέει ότι τίποτα δεν μπορούσε να της προκαλέσει την έκπληξη, στις οκτώ το βράδυ της 21ης Ιανουαρίου, κάποιος θα τη σκοτώσει, όπως ακριβώς σκότωσε τις δύο προηγούμενες χρονιές τις καλύτερές της φίλες, Ράντι και Τζάκι. Η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσει θα είναι ο στραγγαλισμός, και οι αρχές όταν θ’ αρχίσουν τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν θα ανακαλύψουν στο πτώμα της ή στο χώρο κάποιο σημάδι αντίστασης.
Στην αρχή η ΝτιΝτι όταν την προσεγγίζει εκείνη η παράξενη μικροκαμωμένη κοπέλα με το όνομα σιδηρόδρομο, και την παρακαλεί να αναλάβει αυτή την έρευνα της δολοφονίας της, την παίρνει για τρελή, αλλά μια κι έχει ξυπνήσει μέσα της την περιέργεια αποφασίζει να το ψάξει λίγο το θέμα. Και όσο περισσότερο το ψάχνει, τόσο περισσότερο σίγουρη νιώθει ότι η Σαρλίν ίσως να έχει τελικά δίκιο.
Ωστόσο αυτό δεν είναι η μοναδικό θέμα που την απασχολεί αυτές τις μέρες, κι έτσι δεν μπορεί να του αφιερώσει όσο χρόνο θα ήθελε. Από τη μια διερευνά την υπόθεση ενός κατά συρροή δολοφόνου, που έχει βάλει στο στόχαστρό του κάποιους σεσημασμένους παιδεραστές, ενώ από την άλλη περιμένει από στιγμή σε στιγμή την άφιξη στη Βοστώνη, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, των γονιών της. Κι η αλήθεια να λέγεται: προτιμά να κυνηγά διεστραμμένους δολοφόνους όλη μέρα από το να κάθεται έστω και για μια ώρα στο ίδιο τραπέζι με τη μάνα της. Όχι πώς η τελευταία της έχει κάνει κάτι, αλλά να, απλά δεν αντέχει τις προσπάθειες που κάνει ώστε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες στη ζωή της. Η ΝτιΝτι και ο σύντροφός της έχουν πρόσφατα αποκτήσει παιδί, ένα γκρινιάρικο παιδί που δεν τους αφήνει στιγμή ν’ ανασάνουν, και η μάνα της θεωρεί ότι έχει φτάσει πια η ώρα να παντρευτεί. Εκείνη από τη δική της πλευρά σκέφτεται ότι η σχέση της είναι μια χαρά, οπότε δεν βλέπει το λόγο να ρισκάρει τα πάντα απλά για ένα τυπικό συμβόλαιο.
Η ιστορία όμως δεν καταπιάνεται όμως μοναχά με τη σχέση της τελευταίας με τη μάνα της, αλλά και μ’ αυτήν της Σαρλίν με τη δική της, η οποία της χάραξε ουσιαστικά τη ζωή. Κι αυτό γιατί η γυναίκα που τη γέννησε ήταν ψυχοπαθής. Κακοποιούσε τόσο αυτή όσο και τα αδέλφια της και τα λίγα χρόνια που έζησε μαζί της έμοιαζαν μ’ ένα φοβερό εφιάλτη. Μ’ ένα εφιάλτη που ακόμη τη στοιχειώνει και που δεκαετίες μετά εξακολουθεί να τις προκαλεί ενοχές: για τα πράγματα που έκανε και για όλ’ αυτά που δεν μπόρεσε να κάνει. Καθώς τώρα δεν έχει παρά μονάχα τέσσερις μέρες για να ζήσει επιστρέφει ξανά και ξανά στο μακρινό παρελθόν και προσπαθεί να βρει εκεί τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που την απασχολούν. Και όντως όλες οι απαντήσεις βρίσκονται εκεί, το μόνο που μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν θα καταφέρει να τις συναντήσει.
Η συγγραφέας μας χαρίζει ένα πολύ καλό θρίλερ, με εξαιρετικά δυνατούς και καλά σχεδιασμένους χαρακτήρες. Εισβάλλει με σχετική ευκολία στις ψυχές των ηρωίδων της και περιγράφει με λεπτομέρειες όλα αυτά που τις απασχολούν – αυτά που θα τις οδηγήσουν είτε προς την προσωπική σωτηρία είτε προς την ολοκληρωτική καταστροφή. Αν κάνει κάτι λάθος είναι που αφήνει να αποκαλυφθεί σχετικά νωρίς η ταυτότητα του δολοφόνου, ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας.
Mario Vargas Llosa – Who Killed Palomino Molero?
Με τα σκοτάδια που κρύβουν μέσα τους οι ψυχές των ανθρώπων καταπιάνεται το μυθιστόρημα Who Killed Palomino Molero? του νομπελίστα συγγραφέα.
Τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίζονται στο αγροτικό Περού, σε μια περιοχή όπου υπάρχει έντονο το στοιχείο των διακρίσεων, αφού οι κάτοικοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους λευκούς και προνομιούχους και στους μελαψούς και φτωχούς.
Όλα αρχίζουν όταν ένας νεαρός βοσκός ανακαλύπτει στην Ταλάρα το διαμελισμένο πτώμα του Παλομίνο Μολέρο, του μικρότερου γιου μιας χήρας, που έχασε τα υπόλοιπα παιδιά της στον πόλεμο. Ο Παλομίνο, που κατάγεται όπως μαθαίνουμε από ένα γειτονικό χωριό, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να καταταγεί στο στρατό, αλλά το έκανε για να βρίσκεται κοντά σε μια όμορφη και μυστηριώδη γυναίκα. Ποια ήταν αυτή και πώς τα κατάφερε να τον παρασύρει μέχρι εκεί; Και ποιοι τον σκότωσαν και γιατί;
Την υπόθεση αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν ο αστυνομικός Λιτούμα και ο υπολοχαγός Σίλβα. Ο πρώτος δεν διακρίνεται και τόσο για την ευφυΐα του, αλλά ο δεύτερος είναι ένας πανέξυπνος άντρας, που όσο κι αν χτυπά σε πόρτες που δεν ανοίγουν ποτέ, είναι αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να αναγκάσει τους υπεύθυνους για τη δολοφονία να λογοδοτήσουν. Και οι δύο γνώριζαν λιγότερο ή περισσότερο το θύμα, και σύντομα πείθονται ότι πίσω από το έγκλημα κρύβονται κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, μια και ο Παλομίνο μόνο φίλους είχε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι θα λέγαμε ότι τον αγαπούσαν κιόλας, αφού ήταν ευχάριστος τύπος, ένας δεξιοτέχνης της κιθάρας και καλός τραγουδιστής, που συνήθιζε να κάνει καντάδες στα κορίτσια, αλλά και να χαρίζει εκπληκτικές εκτελέσεις μπολερό στο κοινό σε διάφορες εκδηλώσεις.
Ο Λιτούμα και ο Σίλβα πηγαινοέρχονται από το ένα μέρος στο άλλο, γνωρίζουν κόσμο, κάνουν ατελείωτες ερωτήσεις και παίρνουν μισές απαντήσεις, και σιγά σιγά αρχίζουν να βγάζουν κάποια συμπεράσματα, να κλέβουν σχεδόν απ’ αυτούς που ανακρίνουν ψηφίδες αλήθειας. Με την υπομονή και την επιμονή τους θα φτάσουν τελικά στο τέλος της διαδρομής θριαμβευτές, αλλά και νικημένοι την ίδια ώρα, αφού ειδικά για έναν απ’ αυτούς η μοίρα θα επιφυλάξει ένα παράξενο παιχνίδι.
Ο Λιόσα, με αφορμή μια απλή -αλλά όχι και τόσο συνηθισμένη λόγω της υπερβολικής βίας που χρησιμοποιήθηκε- δολοφονία, καταφέρνει να μας ανοίξει την πόρτα σε μια μικρή κοινωνία όπου τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ο φόβος και η υποκρισία, αλλά και να μας μιλήσει για τα όρια: για τα όρια που υπάρχουν ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, ανάμεσα στις φυλές, ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία και τους αιώνιους υποτακτικούς τους.
Παρά το σοβαρό του θέμα το βιβλίο αυτό διαβάζεται ευχάριστα και πού και πού βγάζει και αρκετό γέλιο, ειδικά όταν αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα του Σίλβα για την πληθωρική Δόνα Αντριάνα. Η τελευταία είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν πώς να παίζουν στα δάχτυλά τους τούς άντρες, που τα πάχη τους είναι τα κάλλη τους και οι οποίες αναδίδουν ένα νοσηρό σχεδόν ερωτισμό. Ο έρωτας του Σίλβα γι’ αυτήν θα αποδειχτεί καταλυτικός, όχι για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, αλλά για ένα οδυνηρό ξεγύμνωμα των ψυχών.
Τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίζονται στο αγροτικό Περού, σε μια περιοχή όπου υπάρχει έντονο το στοιχείο των διακρίσεων, αφού οι κάτοικοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους λευκούς και προνομιούχους και στους μελαψούς και φτωχούς.
Όλα αρχίζουν όταν ένας νεαρός βοσκός ανακαλύπτει στην Ταλάρα το διαμελισμένο πτώμα του Παλομίνο Μολέρο, του μικρότερου γιου μιας χήρας, που έχασε τα υπόλοιπα παιδιά της στον πόλεμο. Ο Παλομίνο, που κατάγεται όπως μαθαίνουμε από ένα γειτονικό χωριό, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να καταταγεί στο στρατό, αλλά το έκανε για να βρίσκεται κοντά σε μια όμορφη και μυστηριώδη γυναίκα. Ποια ήταν αυτή και πώς τα κατάφερε να τον παρασύρει μέχρι εκεί; Και ποιοι τον σκότωσαν και γιατί;
Την υπόθεση αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν ο αστυνομικός Λιτούμα και ο υπολοχαγός Σίλβα. Ο πρώτος δεν διακρίνεται και τόσο για την ευφυΐα του, αλλά ο δεύτερος είναι ένας πανέξυπνος άντρας, που όσο κι αν χτυπά σε πόρτες που δεν ανοίγουν ποτέ, είναι αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να αναγκάσει τους υπεύθυνους για τη δολοφονία να λογοδοτήσουν. Και οι δύο γνώριζαν λιγότερο ή περισσότερο το θύμα, και σύντομα πείθονται ότι πίσω από το έγκλημα κρύβονται κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, μια και ο Παλομίνο μόνο φίλους είχε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι θα λέγαμε ότι τον αγαπούσαν κιόλας, αφού ήταν ευχάριστος τύπος, ένας δεξιοτέχνης της κιθάρας και καλός τραγουδιστής, που συνήθιζε να κάνει καντάδες στα κορίτσια, αλλά και να χαρίζει εκπληκτικές εκτελέσεις μπολερό στο κοινό σε διάφορες εκδηλώσεις.
Ο Λιτούμα και ο Σίλβα πηγαινοέρχονται από το ένα μέρος στο άλλο, γνωρίζουν κόσμο, κάνουν ατελείωτες ερωτήσεις και παίρνουν μισές απαντήσεις, και σιγά σιγά αρχίζουν να βγάζουν κάποια συμπεράσματα, να κλέβουν σχεδόν απ’ αυτούς που ανακρίνουν ψηφίδες αλήθειας. Με την υπομονή και την επιμονή τους θα φτάσουν τελικά στο τέλος της διαδρομής θριαμβευτές, αλλά και νικημένοι την ίδια ώρα, αφού ειδικά για έναν απ’ αυτούς η μοίρα θα επιφυλάξει ένα παράξενο παιχνίδι.
Ο Λιόσα, με αφορμή μια απλή -αλλά όχι και τόσο συνηθισμένη λόγω της υπερβολικής βίας που χρησιμοποιήθηκε- δολοφονία, καταφέρνει να μας ανοίξει την πόρτα σε μια μικρή κοινωνία όπου τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ο φόβος και η υποκρισία, αλλά και να μας μιλήσει για τα όρια: για τα όρια που υπάρχουν ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, ανάμεσα στις φυλές, ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία και τους αιώνιους υποτακτικούς τους.
Παρά το σοβαρό του θέμα το βιβλίο αυτό διαβάζεται ευχάριστα και πού και πού βγάζει και αρκετό γέλιο, ειδικά όταν αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα του Σίλβα για την πληθωρική Δόνα Αντριάνα. Η τελευταία είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν πώς να παίζουν στα δάχτυλά τους τούς άντρες, που τα πάχη τους είναι τα κάλλη τους και οι οποίες αναδίδουν ένα νοσηρό σχεδόν ερωτισμό. Ο έρωτας του Σίλβα γι’ αυτήν θα αποδειχτεί καταλυτικός, όχι για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, αλλά για ένα οδυνηρό ξεγύμνωμα των ψυχών.
Subscribe to:
Posts (Atom)






