Ο Χακάν Νεσσέρ είναι ένας ακόμη συγγραφέας από τη Σουηδία, που ασχολείται με το αστυνομικό μυθιστόρημα.
Τα γεγονότα στο The Return διαδραματίζονται το 1994, όταν ένα μικρό κορίτσι, στη διάρκεια μιας εκδρομής στο δάσος στα προάστια της πόλης Μπέχρεν, ανακαλύπτει το διαμελισμένο πτώμα ενός άντρα. Ο δολοφόνος έχει αφαιρέσει το κεφάλι και τα άκρα του θύματος και έτσι η αναγνώριση είναι ουσιαστικά αδύνατη, ειδικά όταν λάβει κανείς υπόψη ότι το σώμα βρισκόταν παρατημένο εκεί, τυλιγμένο μέσα σ’ ένα παλιό χαλί για πολλούς μήνες.
Τη διερεύνηση της υπόθεσης αναλαμβάνουν οι υφιστάμενοι του βασικού πρωταγωνιστή του συγγραφέα, αρχιεπιθεωρητή Βαν Βεετίρεν (αν έτσι προφέρεται το όνομά του), αφού ο τελευταίος ετοιμάζεται να μπει στο χειρουργείο για εγχείρηση του παχέος εντέρου, στο οποίο έχει εντοπιστεί καρκίνος.
Στην αρχή όλες οι προσπάθειες των αστυνομικών μοιάζουν να πέφτουν στο κενό, ωστόσο ένα εύρημα, στη διάρκεια της νεκροψίας, τους βοηθά να μειώσουν σημαντικά τον αριθμό των υποψηφίων θυμάτων, ενώ μια πιο εμπεριστατωμένη έρευνα και ένα τηλεφώνημα θα τους δώσει τελικά την ευκαιρία να το αναγνωρίσουν.
Ο νεκρός δεν είναι άλλος από τον Λέοπολντ Βερχάβεν, ένας πενηνταεφτάχρονος άντρας, που είχε αφεθεί ελεύθερος από τη φυλακή ένα μόλις χρόνο πριν, αφού υπηρέτησε δώδεκα χρόνια για τη δολοφονία της γυναίκας με την οποία συζούσε. Αυτή ήταν η δεύτερή του θητεία στη φυλακή, αφού τον ίδιο αριθμό χρόνων είχε υπηρετήσει και για τη δολοφονία της αρραβωνιαστικιάς του, το 1962. Τώρα τα ερωτήματα που τίθενται είναι: ποιος τον σκότωσε και γιατί; Και γιατί διαμέλισαν το σώμα του;
Οι υποψίες των αρχών, όπως θα ανέμενε κανείς, στρέφονται προς τους συγγενείς των δολοφονημένων γυναικών, ωστόσο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τις δικαιολογεί. Οι αστυνομικοί επισκέπτονται ξανά και ξανά το εγκαταλειμμένο πια σπίτι του νεκρού, σ’ ένα φαινομενικά ειδυλλιακό και ήσυχο χωριό, μιλούν με όλους τους γείτονες, με σχετικούς και άσχετους, μαθαίνουν κάποια πράγματα για το χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής του θύματος, αλλά δεν βγάζουν άκρη.
Ο αρχηγός της αστυνομίας του Μάαρνταμ, που διερευνά την υπόθεση, σκέφτεται να τη βάλει σύντομα στον πάγο, αλλά ο Βαν Βεετίρεν, που ακόμη και όταν βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, δεν παύει στιγμή να την παρακολουθεί, έχει τις δικές του ιδέες. Και μελετώντας τους φάκελους των υποθέσεων που οδήγησαν στις καταδίκες του θύματος ξανά και ξανά, φτάνει στα δικά του συμπεράσματα. Με το που βγαίνει λοιπόν από το νοσοκομείο αρχίζει τη δική του μικρή έρευνα, και ακολουθώντας τα ίχνη των υφισταμένων και συναδέλφων του, φτάνει στον προορισμό που αυτοί ποτέ δεν είδαν.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται τόσο στη δράση, όσο στην τετράγωνη λογική του πρωταγωνιστή του. Αυτός μελετώντας με κριτικό μάτι τα πάντα και μη παίρνοντας τίποτα για δεδομένο φτάνει στο συμπέρασμα ότι ένα και ένα κάνουν δύο. Οι άλλοι απλά αδυνατούν να βρουν τη λύση σ’ αυτή την απλή εξίσωση. Ο συγγραφέας δεν μοιάζει να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη, αλλά απλά να του πει μια ιστορία. Κι αυτό το κάνει μια χαρά.
Showing posts with label βιβλία. Show all posts
Showing posts with label βιβλία. Show all posts
Monday, March 5, 2012
Friday, February 24, 2012
Mario Vargas Llosa – Who Killed Palomino Molero?
Με τα σκοτάδια που κρύβουν μέσα τους οι ψυχές των ανθρώπων καταπιάνεται το μυθιστόρημα Who Killed Palomino Molero? του νομπελίστα συγγραφέα.
Τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίζονται στο αγροτικό Περού, σε μια περιοχή όπου υπάρχει έντονο το στοιχείο των διακρίσεων, αφού οι κάτοικοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους λευκούς και προνομιούχους και στους μελαψούς και φτωχούς.
Όλα αρχίζουν όταν ένας νεαρός βοσκός ανακαλύπτει στην Ταλάρα το διαμελισμένο πτώμα του Παλομίνο Μολέρο, του μικρότερου γιου μιας χήρας, που έχασε τα υπόλοιπα παιδιά της στον πόλεμο. Ο Παλομίνο, που κατάγεται όπως μαθαίνουμε από ένα γειτονικό χωριό, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να καταταγεί στο στρατό, αλλά το έκανε για να βρίσκεται κοντά σε μια όμορφη και μυστηριώδη γυναίκα. Ποια ήταν αυτή και πώς τα κατάφερε να τον παρασύρει μέχρι εκεί; Και ποιοι τον σκότωσαν και γιατί;
Την υπόθεση αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν ο αστυνομικός Λιτούμα και ο υπολοχαγός Σίλβα. Ο πρώτος δεν διακρίνεται και τόσο για την ευφυΐα του, αλλά ο δεύτερος είναι ένας πανέξυπνος άντρας, που όσο κι αν χτυπά σε πόρτες που δεν ανοίγουν ποτέ, είναι αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να αναγκάσει τους υπεύθυνους για τη δολοφονία να λογοδοτήσουν. Και οι δύο γνώριζαν λιγότερο ή περισσότερο το θύμα, και σύντομα πείθονται ότι πίσω από το έγκλημα κρύβονται κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, μια και ο Παλομίνο μόνο φίλους είχε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι θα λέγαμε ότι τον αγαπούσαν κιόλας, αφού ήταν ευχάριστος τύπος, ένας δεξιοτέχνης της κιθάρας και καλός τραγουδιστής, που συνήθιζε να κάνει καντάδες στα κορίτσια, αλλά και να χαρίζει εκπληκτικές εκτελέσεις μπολερό στο κοινό σε διάφορες εκδηλώσεις.
Ο Λιτούμα και ο Σίλβα πηγαινοέρχονται από το ένα μέρος στο άλλο, γνωρίζουν κόσμο, κάνουν ατελείωτες ερωτήσεις και παίρνουν μισές απαντήσεις, και σιγά σιγά αρχίζουν να βγάζουν κάποια συμπεράσματα, να κλέβουν σχεδόν απ’ αυτούς που ανακρίνουν ψηφίδες αλήθειας. Με την υπομονή και την επιμονή τους θα φτάσουν τελικά στο τέλος της διαδρομής θριαμβευτές, αλλά και νικημένοι την ίδια ώρα, αφού ειδικά για έναν απ’ αυτούς η μοίρα θα επιφυλάξει ένα παράξενο παιχνίδι.
Ο Λιόσα, με αφορμή μια απλή -αλλά όχι και τόσο συνηθισμένη λόγω της υπερβολικής βίας που χρησιμοποιήθηκε- δολοφονία, καταφέρνει να μας ανοίξει την πόρτα σε μια μικρή κοινωνία όπου τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ο φόβος και η υποκρισία, αλλά και να μας μιλήσει για τα όρια: για τα όρια που υπάρχουν ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, ανάμεσα στις φυλές, ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία και τους αιώνιους υποτακτικούς τους.
Παρά το σοβαρό του θέμα το βιβλίο αυτό διαβάζεται ευχάριστα και πού και πού βγάζει και αρκετό γέλιο, ειδικά όταν αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα του Σίλβα για την πληθωρική Δόνα Αντριάνα. Η τελευταία είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν πώς να παίζουν στα δάχτυλά τους τούς άντρες, που τα πάχη τους είναι τα κάλλη τους και οι οποίες αναδίδουν ένα νοσηρό σχεδόν ερωτισμό. Ο έρωτας του Σίλβα γι’ αυτήν θα αποδειχτεί καταλυτικός, όχι για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, αλλά για ένα οδυνηρό ξεγύμνωμα των ψυχών.
Τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίζονται στο αγροτικό Περού, σε μια περιοχή όπου υπάρχει έντονο το στοιχείο των διακρίσεων, αφού οι κάτοικοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους λευκούς και προνομιούχους και στους μελαψούς και φτωχούς.
Όλα αρχίζουν όταν ένας νεαρός βοσκός ανακαλύπτει στην Ταλάρα το διαμελισμένο πτώμα του Παλομίνο Μολέρο, του μικρότερου γιου μιας χήρας, που έχασε τα υπόλοιπα παιδιά της στον πόλεμο. Ο Παλομίνο, που κατάγεται όπως μαθαίνουμε από ένα γειτονικό χωριό, δεν είχε καμία απολύτως υποχρέωση να καταταγεί στο στρατό, αλλά το έκανε για να βρίσκεται κοντά σε μια όμορφη και μυστηριώδη γυναίκα. Ποια ήταν αυτή και πώς τα κατάφερε να τον παρασύρει μέχρι εκεί; Και ποιοι τον σκότωσαν και γιατί;
Την υπόθεση αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν ο αστυνομικός Λιτούμα και ο υπολοχαγός Σίλβα. Ο πρώτος δεν διακρίνεται και τόσο για την ευφυΐα του, αλλά ο δεύτερος είναι ένας πανέξυπνος άντρας, που όσο κι αν χτυπά σε πόρτες που δεν ανοίγουν ποτέ, είναι αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να αναγκάσει τους υπεύθυνους για τη δολοφονία να λογοδοτήσουν. Και οι δύο γνώριζαν λιγότερο ή περισσότερο το θύμα, και σύντομα πείθονται ότι πίσω από το έγκλημα κρύβονται κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, μια και ο Παλομίνο μόνο φίλους είχε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι θα λέγαμε ότι τον αγαπούσαν κιόλας, αφού ήταν ευχάριστος τύπος, ένας δεξιοτέχνης της κιθάρας και καλός τραγουδιστής, που συνήθιζε να κάνει καντάδες στα κορίτσια, αλλά και να χαρίζει εκπληκτικές εκτελέσεις μπολερό στο κοινό σε διάφορες εκδηλώσεις.
Ο Λιτούμα και ο Σίλβα πηγαινοέρχονται από το ένα μέρος στο άλλο, γνωρίζουν κόσμο, κάνουν ατελείωτες ερωτήσεις και παίρνουν μισές απαντήσεις, και σιγά σιγά αρχίζουν να βγάζουν κάποια συμπεράσματα, να κλέβουν σχεδόν απ’ αυτούς που ανακρίνουν ψηφίδες αλήθειας. Με την υπομονή και την επιμονή τους θα φτάσουν τελικά στο τέλος της διαδρομής θριαμβευτές, αλλά και νικημένοι την ίδια ώρα, αφού ειδικά για έναν απ’ αυτούς η μοίρα θα επιφυλάξει ένα παράξενο παιχνίδι.
Ο Λιόσα, με αφορμή μια απλή -αλλά όχι και τόσο συνηθισμένη λόγω της υπερβολικής βίας που χρησιμοποιήθηκε- δολοφονία, καταφέρνει να μας ανοίξει την πόρτα σε μια μικρή κοινωνία όπου τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ο φόβος και η υποκρισία, αλλά και να μας μιλήσει για τα όρια: για τα όρια που υπάρχουν ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, ανάμεσα στις φυλές, ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία και τους αιώνιους υποτακτικούς τους.
Παρά το σοβαρό του θέμα το βιβλίο αυτό διαβάζεται ευχάριστα και πού και πού βγάζει και αρκετό γέλιο, ειδικά όταν αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα του Σίλβα για την πληθωρική Δόνα Αντριάνα. Η τελευταία είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν πώς να παίζουν στα δάχτυλά τους τούς άντρες, που τα πάχη τους είναι τα κάλλη τους και οι οποίες αναδίδουν ένα νοσηρό σχεδόν ερωτισμό. Ο έρωτας του Σίλβα γι’ αυτήν θα αποδειχτεί καταλυτικός, όχι για τη διαλεύκανση του εγκλήματος, αλλά για ένα οδυνηρό ξεγύμνωμα των ψυχών.
Thursday, February 23, 2012
Patricia Cornwell – Red Mist
Απ’ ό,τι φαίνεται η καλή ιατροδικαστής Κέι Σκαρπέτα οδεύει αργά, αλλά σταθερά προς τη συνταξιοδότηση. Όχι πως το Red Mist είναι και τόσο κακό, αλλά να: η ηρωίδα του μοιάζει κουρασμένη, ξεπερασμένη θα λέγαμε, ανίκανη ν’ αλλάξει και να αναγεννηθεί. Το να βλέπει κανείς ένα χαρακτήρα να κάνει ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, ή και λίγο διαφορετικά, αργά ή γρήγορα καταντά κουραστικό. Όσα εμπόδια κι αναποδιές κι αν ρίξει κανείς στο δρόμο του, τίποτα δεν θα μπορέσει να τοn σταματήσει από το να είναι ο εαυτός τους. Εαυτός που καταντά μοναχικός, μονόχνοτος, που βλέπει παντού φαντάσματα και απλά δεν μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι κάποτε οι άνθρωποι αλλάζουν και ότι η τετράγωνη λογική δεν έχει τη δύναμη, ή αν θέλετε την ικανότητα να ορίζει τα πάντα.
Σ’ αυτό το βιβλίο ακολουθούμε την Σκαρπέτα σε μια από τις γνωστές της σταυροφορίες. Όχι, δεν προσπαθεί να σώσει τον κόσμο, αλλά απλά να μάθει τι ακριβώς έγινε σε ό,τι αφορά τη δολοφονία του στενού της συνεργάτη Τζακ Φίλντινγκ. Ο τελευταίος σκοτώθηκε έξη μήνες πριν, στη διάρκεια ενός επεισοδίου που λίγο έλειψε να στερήσει και τη δική της ζωή, και τώρα αυτή είναι αποφασισμένη να μάθει το γιατί. Το μόνο που δεν είναι και στα καλύτερά της. Το γεγονός της προκάλεσε ψυχολογικά τραύματα τα οποία αρνείται να αναγνωρίσει, οι σχέσεις της με τους στενούς φίλους και συνεργάτες της, ακόμη και με την αγαπημένη ανιψιά της έχουν μπει στον πάγο και νιώθει πιο μόνη παρά ποτέ. Διαθέτει ωστόσο ακόμη το ίδιο πείσμα που πάντα τη διέκρινε. Και αυτό ακριβώς το πείσμα, ευλογία ή κατάρα, δεν μπορεί στα σίγουρα να πει κανείς, είναι που θα την οδηγήσει στις γυναικείες φυλακές της Τζόρτζια, όπου θα συναντήσει μία γυναίκα που όπως όλα δείχνουν έχει πληροφορίες όχι μόνο για το θάνατο του Φίλντινγκ, αλλά και για μια σειρά από κάποιες άλλες εν ψυχρώ δολοφονίες.
Τα πράγματα ωστόσο δεν θα αποδειχτούν τόσο εύκολα κι απλά. Η φυλακή-πρότυπο, στην οποία καταφθάνει, ίσως να μοιάζει με το τέλειο σωφρονιστικό ίδρυμα, όπου ισχύουν ανθρωπιστικοί κανόνες, όμως κάτι της λέει ότι η πραγματικότητα διαφέρει πολύ από τη βιτρίνα. Η διευθύντρια της φυλακής δεν της γεμίζει το μάτι, και νιώθει τρομαγμένες σιωπές να γεμίζουν τους χώρους και φοβερά μυστικά να καθηλώνουν τις καρδιές των κρατουμένων. Ο καμβάς μπορεί να μοιάζει λευκός, αλλά σύντομα κάποιοι λεκέδες θ’ αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στην επιφάνεια. Κι όταν αυτοί οι λεκέδες πάρουν το χρώμα του αίματος, τότε όλα θ’ αρχίσουν ν’ αλλάζουν. Η Κέι πιστεύει ότι μπορεί να τα βάλει με όλους και με όλα μόνη, αλλά τα γεγονότα σύντομα θα τη διαψεύσουν. Σύντομα θ’ ανακαλύψει ότι έχει νέους φίλους και θα ξαναανακαλύψει κάποιους παλιούς, ωστόσο δεν θα την εγκαταλείψει στιγμή η αίσθηση της απώλειας, θα νιώθει όλο και πιο έντονα ότι κάτι έχει πια φτάσει οριστικά στο τέλος του.
Θα λέγαμε ότι αν η συγγραφέας δεν κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ρίξει νέο φως στο χαρακτήρα της ηρωίδας της, να τον ανανεώσει, ο θάνατος θα βρει έναν από τους πλέον αγαπημένους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό θα είναι κρίμα. Ίσως θα ήταν καλό να ρίξει μια ματιά στη δουλειά του Μάικλ Κόνελι για να μάθει πώς μπορεί κάποιος να κρατήσει ένα χαρακτήρα, όπως τον Χάρι Μπος, ζωντανό και ενδιαφέροντα, παρά τα όποια ολισθήματα (βλέπε το Overlook).
Σ’ αυτό το βιβλίο ακολουθούμε την Σκαρπέτα σε μια από τις γνωστές της σταυροφορίες. Όχι, δεν προσπαθεί να σώσει τον κόσμο, αλλά απλά να μάθει τι ακριβώς έγινε σε ό,τι αφορά τη δολοφονία του στενού της συνεργάτη Τζακ Φίλντινγκ. Ο τελευταίος σκοτώθηκε έξη μήνες πριν, στη διάρκεια ενός επεισοδίου που λίγο έλειψε να στερήσει και τη δική της ζωή, και τώρα αυτή είναι αποφασισμένη να μάθει το γιατί. Το μόνο που δεν είναι και στα καλύτερά της. Το γεγονός της προκάλεσε ψυχολογικά τραύματα τα οποία αρνείται να αναγνωρίσει, οι σχέσεις της με τους στενούς φίλους και συνεργάτες της, ακόμη και με την αγαπημένη ανιψιά της έχουν μπει στον πάγο και νιώθει πιο μόνη παρά ποτέ. Διαθέτει ωστόσο ακόμη το ίδιο πείσμα που πάντα τη διέκρινε. Και αυτό ακριβώς το πείσμα, ευλογία ή κατάρα, δεν μπορεί στα σίγουρα να πει κανείς, είναι που θα την οδηγήσει στις γυναικείες φυλακές της Τζόρτζια, όπου θα συναντήσει μία γυναίκα που όπως όλα δείχνουν έχει πληροφορίες όχι μόνο για το θάνατο του Φίλντινγκ, αλλά και για μια σειρά από κάποιες άλλες εν ψυχρώ δολοφονίες.
Τα πράγματα ωστόσο δεν θα αποδειχτούν τόσο εύκολα κι απλά. Η φυλακή-πρότυπο, στην οποία καταφθάνει, ίσως να μοιάζει με το τέλειο σωφρονιστικό ίδρυμα, όπου ισχύουν ανθρωπιστικοί κανόνες, όμως κάτι της λέει ότι η πραγματικότητα διαφέρει πολύ από τη βιτρίνα. Η διευθύντρια της φυλακής δεν της γεμίζει το μάτι, και νιώθει τρομαγμένες σιωπές να γεμίζουν τους χώρους και φοβερά μυστικά να καθηλώνουν τις καρδιές των κρατουμένων. Ο καμβάς μπορεί να μοιάζει λευκός, αλλά σύντομα κάποιοι λεκέδες θ’ αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στην επιφάνεια. Κι όταν αυτοί οι λεκέδες πάρουν το χρώμα του αίματος, τότε όλα θ’ αρχίσουν ν’ αλλάζουν. Η Κέι πιστεύει ότι μπορεί να τα βάλει με όλους και με όλα μόνη, αλλά τα γεγονότα σύντομα θα τη διαψεύσουν. Σύντομα θ’ ανακαλύψει ότι έχει νέους φίλους και θα ξαναανακαλύψει κάποιους παλιούς, ωστόσο δεν θα την εγκαταλείψει στιγμή η αίσθηση της απώλειας, θα νιώθει όλο και πιο έντονα ότι κάτι έχει πια φτάσει οριστικά στο τέλος του.
Θα λέγαμε ότι αν η συγγραφέας δεν κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ρίξει νέο φως στο χαρακτήρα της ηρωίδας της, να τον ανανεώσει, ο θάνατος θα βρει έναν από τους πλέον αγαπημένους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό θα είναι κρίμα. Ίσως θα ήταν καλό να ρίξει μια ματιά στη δουλειά του Μάικλ Κόνελι για να μάθει πώς μπορεί κάποιος να κρατήσει ένα χαρακτήρα, όπως τον Χάρι Μπος, ζωντανό και ενδιαφέροντα, παρά τα όποια ολισθήματα (βλέπε το Overlook).
Raymond Chandler – The Big Sleep
Το The Big Sleep είναι ένα από τα πλέον κλασικά μυθιστορήματα της νουάρ λογοτεχνίας στις ΗΠΑ, το οποίο έγινε και ταινία με τους Χάμφρει Μπόκαρντ και Λορίν Μπακόλ.
Πρωταγωνιστής του είναι ο γνωστός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο προσλαμβάνει ο ζάμπλουτος γηραιός στρατηγός Γκι Στέρνγουντ, για να διερευνήσει μια υπόθεση εκβιασμού. Ένας παλαιοβιβλιοπώλης ονόματι Γκίκερ, του ζητά πέντε χιλιάδες δολάρια, τα οποία όπως λέει του χρωστά η μικρή του κόρη, Βίβιαν. Κάτι του βρωμάει, λέει, σ’ αυτή την υπόθεση και, αντί να ρωτήσει την ίδια του την κόρη για το τι παίζει, προτιμάει να την αναθέσει σ’ εκείνον. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους αναφέρει και το όνομα του αγνοούμενου γαμπρού του, Ράστι Ρέγκαν, χωρίς όμως να ζητήσει από τον ντετέκτιβ να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Καθώς θα βρίσκεται στο σπίτι του εργοδότη του ο Μάρλοου θα έχει την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να γνωρίσει και τις δύο κόρες του πρώτου: τη ναζιάρα Κάρμεν, που με το που θα τον δει θα πέσει στην αγκαλιά του, και την Βίβιαν, μια μοιραία γυναίκα με τα όλα της, που θα τον καλέσει στο δωμάτιό της για να μάθε το λόγο της επίσκεψής του εκεί.
Ο Μάρλοου δε θα υποκύψει σε καμιάς τη σαγήνη. Αντίθετα θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά για να δικαιολογήσει το μισθό του – ρουφώντας φυσικά, εν τω μεταξύ, κάποια κονιάκ και λίγο ουίσκι. Στην αρχή η υπόθεση μοιάζει απλή, αλλά όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο περίπλοκη θα γίνεται, καθώς όπως φαίνεται σ’ αυτήν είναι αναμεμιγμένα κάποια άτομα του υπόκοσμου. Ο βιβλιοπώλης έχει λερωμένη τη φωλιά του, όπως και πολλά άλλα άτομα που περιτριγυρίζουν τις κόρες του στρατηγού, κι έτσι, περισσότερο νωρίς παρά αργά, τα πτώματα θ’ αρχίσουν και πάλι να στοιβάζονται. Όλοι έχουν κάποια μυστικά να προστατεύσουν, τα ειδικά τους συμφέροντα, και όλοι λένε ψέματα.
Ο ντετέκτιβ περιφέρεται σχεδόν πάντα άοπλος από το ένα μέρος στο άλλο, ακολουθεί και ακολουθείται, ρίχνει και δέχεται γροθιές και πάντα καταλήγει με δυο-τρία όπλα στην κατοχή του. Και σα να μη φτάνουν όλ’ αυτά έχει και τις δύο γυναίκες να του την πέφτουν με κάθε ευκαιρία κάνοντάς του τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Ωστόσο αντιμετωπίζει όλες τις περιστάσεις με ένα υποδόριο, ειρωνικό χιούμορ, ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση: «Δεν είχα κάτι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό να πιω, όπως νιτρογλυκερίνη, να πούμε, ή απόσταγμα ανάσας τίγρεως». Πίνει ωστόσο τα ουισκάκια του και τα κονιάκ του, παίζει όταν χρειάζεται τον καλό και πολύ συχνά τον κακό, και έρχεται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στη λύση όχι μόνο ενός, αλλά τριών γρίφων. Και όταν τον ρωτάνε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ, τους απαντάει: «Επειδή δε μου αρέσουν οι γυναίκες των μπάτσων».
Ο «Μεγάλος ύπνος» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με κοφτούς διαλόγους, κρυφό ή και φανερό ερωτισμό, χιούμορ και μετρημένη δράση. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και ο ήρωάς του είναι, για να το θέσουμε με ένα σύγχρονο όρο, πέρα για πέρα κουλ. Οι φίλοι του είδους θα το λατρεύσουν.
Πρωταγωνιστής του είναι ο γνωστός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο προσλαμβάνει ο ζάμπλουτος γηραιός στρατηγός Γκι Στέρνγουντ, για να διερευνήσει μια υπόθεση εκβιασμού. Ένας παλαιοβιβλιοπώλης ονόματι Γκίκερ, του ζητά πέντε χιλιάδες δολάρια, τα οποία όπως λέει του χρωστά η μικρή του κόρη, Βίβιαν. Κάτι του βρωμάει, λέει, σ’ αυτή την υπόθεση και, αντί να ρωτήσει την ίδια του την κόρη για το τι παίζει, προτιμάει να την αναθέσει σ’ εκείνον. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους αναφέρει και το όνομα του αγνοούμενου γαμπρού του, Ράστι Ρέγκαν, χωρίς όμως να ζητήσει από τον ντετέκτιβ να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Καθώς θα βρίσκεται στο σπίτι του εργοδότη του ο Μάρλοου θα έχει την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να γνωρίσει και τις δύο κόρες του πρώτου: τη ναζιάρα Κάρμεν, που με το που θα τον δει θα πέσει στην αγκαλιά του, και την Βίβιαν, μια μοιραία γυναίκα με τα όλα της, που θα τον καλέσει στο δωμάτιό της για να μάθε το λόγο της επίσκεψής του εκεί.
Ο Μάρλοου δε θα υποκύψει σε καμιάς τη σαγήνη. Αντίθετα θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά για να δικαιολογήσει το μισθό του – ρουφώντας φυσικά, εν τω μεταξύ, κάποια κονιάκ και λίγο ουίσκι. Στην αρχή η υπόθεση μοιάζει απλή, αλλά όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο περίπλοκη θα γίνεται, καθώς όπως φαίνεται σ’ αυτήν είναι αναμεμιγμένα κάποια άτομα του υπόκοσμου. Ο βιβλιοπώλης έχει λερωμένη τη φωλιά του, όπως και πολλά άλλα άτομα που περιτριγυρίζουν τις κόρες του στρατηγού, κι έτσι, περισσότερο νωρίς παρά αργά, τα πτώματα θ’ αρχίσουν και πάλι να στοιβάζονται. Όλοι έχουν κάποια μυστικά να προστατεύσουν, τα ειδικά τους συμφέροντα, και όλοι λένε ψέματα.
Ο ντετέκτιβ περιφέρεται σχεδόν πάντα άοπλος από το ένα μέρος στο άλλο, ακολουθεί και ακολουθείται, ρίχνει και δέχεται γροθιές και πάντα καταλήγει με δυο-τρία όπλα στην κατοχή του. Και σα να μη φτάνουν όλ’ αυτά έχει και τις δύο γυναίκες να του την πέφτουν με κάθε ευκαιρία κάνοντάς του τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Ωστόσο αντιμετωπίζει όλες τις περιστάσεις με ένα υποδόριο, ειρωνικό χιούμορ, ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση: «Δεν είχα κάτι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό να πιω, όπως νιτρογλυκερίνη, να πούμε, ή απόσταγμα ανάσας τίγρεως». Πίνει ωστόσο τα ουισκάκια του και τα κονιάκ του, παίζει όταν χρειάζεται τον καλό και πολύ συχνά τον κακό, και έρχεται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στη λύση όχι μόνο ενός, αλλά τριών γρίφων. Και όταν τον ρωτάνε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ, τους απαντάει: «Επειδή δε μου αρέσουν οι γυναίκες των μπάτσων».
Ο «Μεγάλος ύπνος» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με κοφτούς διαλόγους, κρυφό ή και φανερό ερωτισμό, χιούμορ και μετρημένη δράση. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και ο ήρωάς του είναι, για να το θέσουμε με ένα σύγχρονο όρο, πέρα για πέρα κουλ. Οι φίλοι του είδους θα το λατρεύσουν.
Δημήτρης Μαμαλούκας – Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα
«Η βροχή έξω πέφτει αμείωτη. Ρώμη, αιώνια πόλη. Όπως το κακό».
Με την πιο πάνω φράση θα μπορούσε ν’ αρχίζει το υπέροχο ετούτο βιβλιοφιλικό θρίλερ του Δημήτρη Μαμαλούκα, που διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο στη Ρώμη, κάνοντας ωστόσο κι ένα καθοριστικό πέρασμα από τη Βενετία.
Ο Δημήτριος Μόστρας του τίτλου ήταν ένας παθιασμένος βιβλιόφιλος των αρχών του 19ου αιώνα, που με πείσμα και θυσίες κατάφερε να δημιουργήσει μια αξιόλογη συλλογή από κώδικες, χειρόγραφα και σπάνια βιβλία – μια συλλογή που μοιάζει να χάθηκε στ’ αχνάρια του χρόνου. Ή τουλάχιστον έτσι όλοι πιστεύουν. Μέχρι που ο γιος και εγγονός δύο επίσης μανιωδών συλλεκτών αρχίζει να βγάζει στο σφυρί την κληρονομιά του, για να συνεχίσει να ζει μια άνετη και δίχως σκοτούρες ζωή. Ανάμεσα στους τόμους που διαθέτει προς πώληση είναι και ένας από ανήκε στη βιβλιοθήκη του Μόστρα και που ίσως αποτελεί το κλειδί για την εκ νέου ανακάλυψή της. Ένα κλειδί που θα βάλει τον ιδιοκτήτη της συλλογής σε μεγάλους μπελάδες. Κι αυτό αφού κάποιοι άνθρωποι αδίστακτοι είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα για να του το αποσπάσουν.
Την ίδια ώρα που διαδραματίζεται αυτή η πρώτη κύρια ιστορία λαμβάνει χώρα και μια δεύτερη παράλληλη, που δένεται όμως με κάποια υπόγεια νήματα με την προηγούμενη: σ’ αυτήν παρακολουθούμε τη δράση μιας μικρής ομάδας εκδικητών που δολοφονεί απαγωγείς και βιαστές μετά την αποφυλάκισή τους. Αργά ή γρήγορα τα μονοπάτια των πρωταγωνιστών των δύο αυτών ιστοριών θα συναντηθούν και οι αποκαλύψεις που θα προκύψουν θα είναι συνταρακτικές.
Ο, και συλλέκτης, Μαμαλούκας χρησιμοποιώντας τις καθιερωμένες συνταγές του αστυνομικού μυθιστορήματος φτιάχνει ένα εκρηκτικό μίγμα που μιλά για τις μανίες των ανθρώπων και για τα σκοτεινά τους μυστικά, για την ανάγκη της συνύπαρξης με τους άλλους, για τη φιλία που πολλές φορές κλυδωνίζεται, αλλά και για τις νεκρές ψυχές. Με τον τρόπο που πλάθει την ιστορία και δημιουργεί κι αναδημιουργεί τους χαρακτήρες του μοιάζει να θέλει να μας πει ότι κανείς δεν είναι αθώος: όλοι φταίμε για κάτι, και όλοι θα πληρώσουμε για κείνο το κάτι.
Ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν είναι μόνο θρίλερ, αλλά και μια ιστορία για τον έρωτα. Τον τυφλό έρωτα που κάποτε μετατρέπεται σε μια δίχως όρια αγάπη, αλλά κι εκείνον τον άλλο, τον ύπουλο, τον καταλυτικό, που ανάβει σα λαμπάδες τα κορμιά και δεν τ’ αφήνει να ξαποστάσουν μέχρι να συναντήσουν το ένα το άλλο. Τον πρώτο ο βασικός πρωταγωνιστής Νικόλα Μιλάνο, τον γνώρισε στο πρόσωπο της Ντανιέλα, το δεύτερο σ’ εκείνο της Μονίκ. Και οι δύο κατά κάποιο τρόπο μοιραίες γυναίκες. Και οι δύο, το ίδιο αλλά και διαφορετικά, βασανισμένες ψυχές.
Η «Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα» αν κυκλοφορούσε πρώτα στην αγγλική γλώσσα θα πουλούσε εκατομμύρια αντίτυπα, αφού διαθέτει όλα τα στοιχεία ενός μπεστ σέλερ: καλή ιστορία, εξαιρετική πλοκή, πειστικούς ήρωες, πολλές ανατροπές και ένα εξαιρετικό (κάποιες φορές κλειστοφοβικό) σκηνικό. Ατύχησε. Αλλά ευτυχήσαμε εμείς να το διαβάσουμε στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Από τις καλύτερες στιγμές της, αστυνομικής και μη, ελληνικής λογοτεχνίας.
Ζαν-Κλωντ Ιζζό – Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας
Αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ιζζό που διάβασα και μπορώ να πω ότι το απόλαυσα, τόσο για τις αστυνομικό-λογοτεχνικές του αρετές, όσο και επειδή μυρίζει Μεσόγειο.
Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο θυμόσοφος επιθεωρητής Φαμπιό Μοντάλ, ο οποίος διερευνά μια υπόθεση που τον αφορά προσωπικά: τη δολοφονία δυο φίλων του. Ποιοι τους σκότωσαν και γιατί; Και τι ήταν εκείνο που οδήγησε τον έναν από αυτούς να επιστρέψει στην πόλη μετά από πολλά χρόνια;
Ο συγγραφέας με αφορμή αυτά τα εγκλήματα κάνει μια βαθιά βουτιά στα βρώμικα νερά της πόλης της Μασσαλίας, εκεί όπου το οργανωμένο έγκλημα είναι στα πάνω του και ο ρατσισμός διατρέχει τους δρόμους, όπου η αστυνομική βία αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα και η πορνεία το πλέον φανερό μυστικό.
Ακολουθώντας κατά βήμα τον αντισυμβατικό επιθεωρητή Μοντάλ περιπλανιόμαστε σε μια πόλη σκοτεινή, μελαγχολική, η οποία όμως εκπέμπει και κάποιου είδους γοητεία, μια πόλη με την οποία οι κάτοικοί της είναι, παρόλα τα προβλήματα, ερωτευμένοι.
Η δράση εδώ είναι λιγοστή, αλλά η βία δεν λείπει. Η κάθε μορφή βίας. Το μόνο που ο συγγραφέας επιλέγει να ασχοληθεί περισσότερο με τα συμπτώματα μιας κοινωνίας, παρά με το να επιδιώξει τον εντυπωσιασμό μέσω της πλοκής. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ωμή και δεν χαρίζεται σε κανένα: ούτε στον ήρωά του, αλλά ούτε και στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, επώνυμους και μη. Ο Μοντάλ σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, λυπάται και οργίζεται και πυροβολεί – περισσότερο λεκτικά παρά με ένα όπλο, καθώς δεν πιστεύει στη βία. «Τα χαστούκια είναι τα γλειφιτζούρια του φτωχού», διαβάζουμε κάπου, κι αυτός είναι ένας καίριος αφορισμός για την κοινωνία που περιγράφει. «Η ζωή τίποτε άλλο δεν είναι από μια σειρά γύρων, ο ένας μετά από τον άλλο. Να τρως και να δίνεις γροθιές, ξανά και ξανά. Να τις αντέχεις. Να μη λυγίζεις. Και να βαράς εκεί που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει». Όλα δύσκολα, όλα σκοτεινά, η απαισιοδοξία διάχυτη: «Ήθελα να πιστέψω ξανά στη δουλειά μου, του μπάτσου. Μου χρειαζόταν να υπάρχουν φραγμοί, κανόνες, κώδικες. Και να ανατρέχω σε αυτούς για να μπορώ να συγκρατώ τον εαυτό μου. Όμως κάθε βήμα που θα έκανα θα με απομάκρυνε από το νόμο». Πώς μπορεί να ζει και να λειτουργεί κανείς κάτω από τέτοιες συνθήκες; Πίνοντας ίσως πολύ και τρώγοντας, περπατώντας και βρίζοντας, απειλώντας, αλλά και σιωπώντας: «Ήξερα να ακούω, όμως ποτέ μου δεν έμαθα να εμπιστεύομαι σε άλλους τα δικά μου. Την τελευταία στιγμή κατέφευγα, λες, στη σιωπή». Ο Μοντάλ ήταν ένας άνθρωπος απελπισμένος: «Οι γυναίκες με παρατούσαν. Μεσίστια ήταν τα όνειρά και οι θυμοί μου. Γερνούσα χωρίς καμιάν επιθυμία. Μήτε πάθος. Γαμούσα πουτάνες. Την ευτυχία την έβρισκα στην άκρη της πετονιάς μου». Για το ό,τι η ευτυχία του διέφευγε δεν έφταιγε όμως άλλος από τον ίδιο. Δεν φοβόταν το θάνατο, αλλά οι γυναίκες πάντα κάπου τον τρόμαζαν, οι γυναίκες τις οποίες έφτανε στο σημείο να ερωτευτεί. Τις άλλες τις αγαπούσε απλά κι ας μην μπορούσε στ’ αλήθεια να τις καταλάβει.
«Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας» είναι ένα βιβλίο για τη φιλία και τον έρωτα, για το έγκλημα και την τιμωρία. Ένα νουάρ για τα σκοτάδια που κρύβουν μέσα τους οι ψυχές των ανθρώπων, μα και για τη σωτηρία που τις περισσότερες φορές ποτέ δεν έρχεται.
Ρέιμοντ Τσάντλερ – Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου
Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο με ιστορίες του Ρέιμοντ Τσάντλερ που έπεσε στα χέρια μου. Όπως έμαθα από μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο, η πρωτότυπη συλλογή (Trouble is my business) περιείχε δώδεκα ιστορίες με πρωταγωνιστή τον περίφημο ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, ενώ οι επανεκδόσεις της μόνο τέσσερις . Επειδή προφανώς στα μέρη μας είναι της μόδας οι λεπτοί τόμοι, εδώ περιλαμβάνονται τρεις μονάχα ιστορίες: το ομότιτλο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου», τα «Χρυσόψαρα» και ο «Χαφιές». Συνηθισμένος καθώς είμαι στα σύγχρονα αστυνομικά αναγνώσματα νόμιζα ότι δε θα μου άρεσαν και τόσο αυτές οι κάπως παλιομοδίτικες αφηγήσεις, αλλά ευτυχώς έπεσα έξω. Μου άρεσαν και με το παραπάνω. Ειδικά αυτή που χαρίζει τον τίτλο της στη συλλογή.
Στο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου» βλέπουμε τον Μάρλοου να αναλαμβάνει την προστασία ενός βαθύπλουτου, πλην ηλικιωμένου και τσιγκούνη άντρα, που φέρεται να απειλεί κάποιος εγκληματίας, ο οποίος θέλει να του φάει τα λεφτά. Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης ο θετός γιος του, που κάνει έκλυτη ζωή, καθώς και μια μοιραία γυναίκα, της οποίας: «το χρώμα των μαλλιών της ήταν σκούρο κόκκινο, σαν πυρκαγιά που έχει μεν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη». Γύρω από αυτούς παρασιτούν κάποιοι άλλοι επικίνδυνοι και… πολύχρωμοι τύποι: ένας σοφέρ-πιστολέρο, κάποιος φονιάς της κακιάς ώρας και δυο μπάτσοι-καρικατούρες. Γραμμένη με μια γλώσσα απέριττη και στακάτους ρυθμούς, και με μικρές δόσεις χιούμορ, παρά τα θανατικά που περιγράφει, στο τέλος-τέλος αυτή η ιστορία φτάνει να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, χαρίζοντας πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη.
Στα «Χρυσόψαρα» ο Μάρλοου αναλαμβάνει να ανακαλύψει δυο μαργαριτάρια που αξίζουν μια ολόκληρη περιουσία και τα οποία είχε κρύψει κάποιος κλέφτης, λίγο προτού συλληφθεί. Ωστόσο, όπως σύντομα θ’ ανακαλύψει, δεν παίζει μόνος σ’ αυτό το παιχνίδι. Οι πιο σκληροί του αντίπαλοι θα αποδειχτούν ένα κάθαρμα δικηγόρος και μια μικροκαμωμένη γυναίκα που μοιάζει γεννημένη εγκληματίας, που πιάνοντάς τον εξ απροόπτου θα τον ναρκώσουν, ώστε να αποκτήσουν το προβάδισμα στον αγώνα δρόμου που θα ακολουθήσει. Εκείνος, ξαπλωμένος στο πάτωμα του γραφείου του πρώτου: «Έβλεπα φωτεινά κύματα και σκοτεινές σκιές κι άκουγα ένα θρόισμα σαν του ανέμου στις δεντροκορφές». (Ποιητικότατο!). Ωστόσο, αν και οι άλλοι κέρδισαν τον πρώτο γύρο, αυτός είναι αποφασισμένος να κερδίσει τον αγώνα. Έτσι μόλις συνέρχεται αναχωρεί για την πόλη Ολυμπία, όπου σ’ ένα καπνοπωλείο θα πιει ένα ουίσκι που: «Είχε μια γεύση σαν καλλιέργεια μικροβίων χολέρας», προτού συναντήσει τον άνθρωπο που ψάχνει, αυτόν που θα τον οδηγήσει στο θησαυρό. Ταχύτητα, πικρό χιούμορ, εξάρσεις δράσης, αυτοσαρκασμός, τα βασικά στοιχεία εδώ.
Η διαπλοκή είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στον «Χαφιέ». Χαφιές είναι ο ίδιος ο Μάρλοου, ο οποίος θα είναι βασικός μάρτυρας στη δίκη ενός υψηλόβαθμου στελέχους του δήμου του Σαν Άντζελο, που κατηγορείται για, το είπαμε πιο πάνω, διαπλοκή, και ο οποίος βρίσκεται υπό αστυνομική προστασία. Βασικά ο εν λόγω κύριος έβαζε το χεράκι του ώστε ένας εργολάβος να παίρνει σημαντικές δουλειές με τη σέσουλα. Τόσο ο τελευταίος, όσο και κάποιοι άλλοι εμπλεκόμενοι, θα κάνουν ό,τι περνά απ’ το χέρι τους ώστε να μην εμφανιστεί ποτέ στο δικαστήριο. Και ο Μάρλοου θα κάνει ό,τι περνά απ’ το δικό του χέρι για να σταθεί εμπόδιο στα υποχθόνια σχέδιά τους. Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση θα παίξει μια όχι και τόσο μυστηριώδης γυναίκα, που κρύβει όμως ένα μεγάλο μυστικό.
Εδώ έχουμε τρεις καλογραμμένες ιστορίες από ένα από τους μάστορες του νουάρ. Ο Τσάντλερ μοιάζει να γράφει όπως σκέφτεται, επιμελώς αφτιασίδωτα, κι ας οι καταστάσεις που περιγράφει αποπνέουν παρακμή και χάος. Α, ναι, κι ας μυρίζει κι η κάθε σελίδα του αλκοόλ.
Για τους φανατικούς του είδους και όχι μόνο.
Στο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου» βλέπουμε τον Μάρλοου να αναλαμβάνει την προστασία ενός βαθύπλουτου, πλην ηλικιωμένου και τσιγκούνη άντρα, που φέρεται να απειλεί κάποιος εγκληματίας, ο οποίος θέλει να του φάει τα λεφτά. Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης ο θετός γιος του, που κάνει έκλυτη ζωή, καθώς και μια μοιραία γυναίκα, της οποίας: «το χρώμα των μαλλιών της ήταν σκούρο κόκκινο, σαν πυρκαγιά που έχει μεν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη». Γύρω από αυτούς παρασιτούν κάποιοι άλλοι επικίνδυνοι και… πολύχρωμοι τύποι: ένας σοφέρ-πιστολέρο, κάποιος φονιάς της κακιάς ώρας και δυο μπάτσοι-καρικατούρες. Γραμμένη με μια γλώσσα απέριττη και στακάτους ρυθμούς, και με μικρές δόσεις χιούμορ, παρά τα θανατικά που περιγράφει, στο τέλος-τέλος αυτή η ιστορία φτάνει να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, χαρίζοντας πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη.
Στα «Χρυσόψαρα» ο Μάρλοου αναλαμβάνει να ανακαλύψει δυο μαργαριτάρια που αξίζουν μια ολόκληρη περιουσία και τα οποία είχε κρύψει κάποιος κλέφτης, λίγο προτού συλληφθεί. Ωστόσο, όπως σύντομα θ’ ανακαλύψει, δεν παίζει μόνος σ’ αυτό το παιχνίδι. Οι πιο σκληροί του αντίπαλοι θα αποδειχτούν ένα κάθαρμα δικηγόρος και μια μικροκαμωμένη γυναίκα που μοιάζει γεννημένη εγκληματίας, που πιάνοντάς τον εξ απροόπτου θα τον ναρκώσουν, ώστε να αποκτήσουν το προβάδισμα στον αγώνα δρόμου που θα ακολουθήσει. Εκείνος, ξαπλωμένος στο πάτωμα του γραφείου του πρώτου: «Έβλεπα φωτεινά κύματα και σκοτεινές σκιές κι άκουγα ένα θρόισμα σαν του ανέμου στις δεντροκορφές». (Ποιητικότατο!). Ωστόσο, αν και οι άλλοι κέρδισαν τον πρώτο γύρο, αυτός είναι αποφασισμένος να κερδίσει τον αγώνα. Έτσι μόλις συνέρχεται αναχωρεί για την πόλη Ολυμπία, όπου σ’ ένα καπνοπωλείο θα πιει ένα ουίσκι που: «Είχε μια γεύση σαν καλλιέργεια μικροβίων χολέρας», προτού συναντήσει τον άνθρωπο που ψάχνει, αυτόν που θα τον οδηγήσει στο θησαυρό. Ταχύτητα, πικρό χιούμορ, εξάρσεις δράσης, αυτοσαρκασμός, τα βασικά στοιχεία εδώ.
Η διαπλοκή είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στον «Χαφιέ». Χαφιές είναι ο ίδιος ο Μάρλοου, ο οποίος θα είναι βασικός μάρτυρας στη δίκη ενός υψηλόβαθμου στελέχους του δήμου του Σαν Άντζελο, που κατηγορείται για, το είπαμε πιο πάνω, διαπλοκή, και ο οποίος βρίσκεται υπό αστυνομική προστασία. Βασικά ο εν λόγω κύριος έβαζε το χεράκι του ώστε ένας εργολάβος να παίρνει σημαντικές δουλειές με τη σέσουλα. Τόσο ο τελευταίος, όσο και κάποιοι άλλοι εμπλεκόμενοι, θα κάνουν ό,τι περνά απ’ το χέρι τους ώστε να μην εμφανιστεί ποτέ στο δικαστήριο. Και ο Μάρλοου θα κάνει ό,τι περνά απ’ το δικό του χέρι για να σταθεί εμπόδιο στα υποχθόνια σχέδιά τους. Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση θα παίξει μια όχι και τόσο μυστηριώδης γυναίκα, που κρύβει όμως ένα μεγάλο μυστικό.
Εδώ έχουμε τρεις καλογραμμένες ιστορίες από ένα από τους μάστορες του νουάρ. Ο Τσάντλερ μοιάζει να γράφει όπως σκέφτεται, επιμελώς αφτιασίδωτα, κι ας οι καταστάσεις που περιγράφει αποπνέουν παρακμή και χάος. Α, ναι, κι ας μυρίζει κι η κάθε σελίδα του αλκοόλ.
Για τους φανατικούς του είδους και όχι μόνο.
Subscribe to:
Posts (Atom)






