Showing posts with label νουάρ. Show all posts
Showing posts with label νουάρ. Show all posts
Friday, July 13, 2012
Mickey Spillane and Max Allan Collins – Skin
Ένα ακόμη βιβλίο που θα κυκλοφορήσει μοναχά σε ηλεκτρονική μορφή στις 17 του μήνα.
Το Skin ωστόσο δεν είναι μυθιστόρημα αλλά ένα εκτενές διήγημα, παρμένο από τα αρχεία του δημοφιλούς συγγραφέα νουάρ αναγνωσμάτων Μίκι Σπιλέιν. Ο Σπιλέιν, πριν πεθάνει το 2006, είχε αφήσει ρητές οδηγίες στη σύζυγό του να παραδώσει τα κατάλοιπά του στον φίλο και συνεργάτη του, Μαξ Άλλαν Κόλλινς. Οι δυο τους στη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας τους δούλεψαν μαζί στη δημιουργία διάφορων ανθολογιών και ταινιών, ακόμη και μιας σειράς κόμικς.
Ο Κόλλινς μετά το θάνατό του φίλου του άρχισε να επεξεργάζεται τα κείμενα που άφησε μισοτελειωμένα φεύγοντας ο τελευταίος. Ένα από αυτά τα κείμενα είναι και το Skin, μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον ήρωα-σήμα κατατεθέν του Σπιλέιν, Μάικ Χάμμερ, έναν θρυλικό πρώην μπάτσο, που μετά την αφυπηρέτησή του, άρχισε να δουλεύει σαν ιδιωτικός ντετέκτιβ.
Ο Χάμμερ λοιπόν, επιστρέφοντας ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη στην πόλη από μια συνάθροιση στα βόρεια περίχωρα, ανακαλύπτει στην άκρη του δρόμου ένα διαμελισμένο πτώμα. Από τη στιγμή που δεν ανήκει πια στο αστυνομικό σώμα, κάνει αυτό που θεωρεί πιο σωστό: επικοινωνεί με τον αρχηγό του τμήματος ανθρωποκτονιών της Νέας Υόρκης, Πατ Τσέιμπερς, ο οποίος επίσης συμμετείχε στην εν λόγω συνάθροιση. Εκείνος με τη σειρά του καλεί τους ντόπιους αστυνομικούς στο χώρο του εγκλήματος που δεν αργούν να καταφθάσουν, με μια νεαρή δημοσιογράφο, ονόματι Μέλοντι Άντερσον, στο κατόπι τους.
Η Μέλοντι μοιάζει κάπως σοκαρισμένη από το θέαμα, αλλά είναι σκληρό καρύδι. Το ίδιο όμως δεν μπορεί να ειπωθεί και για τον κάμεραμαν Τζέισον, ο οποίος με το που αντικρίζει το σκηνικό αδειάζει εκκωφαντικά τα περιεχόμενα του στομαχιού του. Καθώς συμβαίνουν αυτά ο Χάμμερ αναλογίζεται το θύμα: «Ήσουν κάποιος», σκέφτεται. «Στο διάολο, κάποτε ήμουν κι εγώ κάποιος», συμπληρώνει.
Όπως θ’ αποδειχτεί τα διασπαρμένα μέλη ανήκουν σε περισσότερα από ένα άτομα, ωστόσο το μοναδικό που μπορούν να αναγνωρίσουν είναι αυτό του παραγωγού του Broadway, Βίκτορ Κινγκ, του οποίου η εξαφάνιση είχε καταγγελθεί στην αστυνομία μια βδομάδα πριν.
Ο Χάμμερ, θέλει να αφήσει την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της και να μην αναμιχθεί καθόλου ο ίδιος στην υπόθεση, αλλά κάτι οι παλιές συνήθειες, κάτι οι συγκύριες, δεν του επιτρέπουν να το κάνει αυτό. Καταρχήν η νεαρή, πολύ νεαρή, χήρα του Κινγκ θέλει να τον προσλάβει για να διερευνήσει την υπόθεση, μετά τον παίρνει τηλέφωνο η Μέλοντι που του λέει ότι έχει ανακαλύψει κάτι και μετά είναι το… κουνούπι – αυτό που επιμένει να τον κεντρίζει μέχρι να λύσει το μυστήριο.
Τα πράγματα ωστόσο σύντομα θα γίνουν ακόμη πιο περίπλοκα, καθώς ο σαδιστής δολοφόνος, όποιος κι αν είναι αυτός, θα χτυπήσει ξανά, και ο Χάμμερ θ’ αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την ψυχρή λογική και το ένστικτό του για να τον ανακαλύψει και να του δώσει ένα σκληρό μάθημα με τον ειδικό, δικό του τρόπο.
Μια καλογραμμένη ιστορία που σίγουρα θα ικανοποιήσει τους φίλους των νουάρ αναγνωσμάτων, με όλες τις μοιραίες γυναίκες και τους μη συμβατικούς ήρωές της.
Monday, March 5, 2012
Dashiell Hammett – The Maltese Falcon
«Το γεράκι της Μάλτας» είναι το πιο γνωστό έργο του Ντάσιελ Χάμετ. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό οφείλεται στην επιτυχημένη μεταφορά του στον κινηματογράφο ή αν απλά άρεσε περισσότερο στους αναγνώστες από τα άλλα βιβλία του. Πάντως δεν το θεωρώ και πολύ καλύτερο από τα Red Harvest και The Dain Curse, που διάβασα προηγουμένως.
Το μυθιστόρημα, στο οποίο πρωταγωνιστεί, ο -τρόπος του λέγειν καλός- ντετέκτιβ Σπέιντ, περιστρέφεται γύρω από την ανακάλυψη ενός πολύτιμου αγάλματος, που αποκαλείται «Το γεράκι της Μάλτας», αυτού δηλαδή που δίνει τον τίτλο του και στο βιβλίο. Όλοι όσοι έχουν μαζευτεί γύρω από τον Σπέιντ μοιάζουν να θέλουν να το αποκτήσουν: μια μοιραία γυναίκα, ένας αριστοκράτης εγκληματίας, και κάποιος αρχικά άγνωστος άντρας που πολύ σύντομα εγκαταλείπει τα εγκόσμια συντροφιά με το συνέταιρο του ντετέκτιβ.
Ο Σπέιντ σε ολόκληρη τη διάρκεια της αφήγησης μοιάζει να επιδίδεται σε ασκήσεις ακροβασίας. Περπατά συνεχώς πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πού και πού ταλαντεύεται, αλλά δεν πέφτει. Συμπεριφέρεται σαν ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να χάσει, έτσι δε διστάζει να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα, βάζοντάς τα με όλους και με όλα. Η παροιμιώδης ψυχραιμία του, αλλά και το δίκτυο των χαφιέδων που διαθέτει, είναι οι βασικοί του σύμμαχοι. Θα έλεγε κανείς ότι αν δεν ήταν τόσο «αναίσθητος» όσο φαίνεται, ποτέ δε θα τα έβγαζε πέρα.
Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές σ’ αυτό το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, είναι εξίσου ιδιόρρυθμοι. Η γυναίκα, που του συστήνεται με ένα όνομα, μα ακούει σε ένα άλλο. Το παιδαρέλι δολοφόνος. Το υψηλής κοινωνίας αφεντικό του τελευταίου, που απολαμβάνει πολύ το ουίσκι και τα πούρα του. Ο καλός κι ο ηλίθιος μπάτσος. Η γυναίκα του μακαρίτη του συνέταιρου του Σπέιντ, που μάλλον κρύβει σκοτεινά μυστικά. Όλοι αυτοί στήνουν ένα ευτράπελο πλην τραγικό σκηνικό.
Ο Χάμετ δε χαρίζεται σε κανένα απ’ τους πιο πάνω. Όλοι είναι κακοί, μοιάζει να μας λέει. Απλά ο ήρωάς του είναι ο πιο έξυπνος απ’ αυτούς.
Το μυθιστόρημα δε στηρίζεται τόσο στη δράση όσο στο μυστήριο, τα μικρά μυστικά και τα μεγάλα ψέματα, και τις συνεχείς μετακινήσεις των πρωταγωνιστών: από σπίτι σε σπίτι, από γραφείο σε γραφείο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Η γλώσσα του είναι κοφτή, σπιντάτη, ενώ οι περιγραφές του σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα κάποιες φορές γίνονται ξεκαρδιστικές, αφού αυτός σημειώνει το κάθε τικ, την κάθε γκριμάτσα τους. Μιλά για κάποιο έγκλημα και σε κάνει να χαμογελάς.
Αν κυκλοφορούσε στις μέρες μας αυτό το βιβλίο ίσως να περνούσε κι απαρατήρητο, αφού το επίπεδο έχει ανέβει πολύ και συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας υπάρχουν πια πολλοί και καλοί. Για τη δική του ωστόσο εποχή υπήρξε πρωτοποριακό, αν και σε ορισμένα σημεία ο τρόπος σκέψης, και όχι δράσης, του Σπέιντ, θυμίζει τον προπάτορα Σέρλοκ Χολμς.
Αυστηρά για τους φίλους του hard-boiled αστυνομικού μυθιστορήματος.
Το μυθιστόρημα, στο οποίο πρωταγωνιστεί, ο -τρόπος του λέγειν καλός- ντετέκτιβ Σπέιντ, περιστρέφεται γύρω από την ανακάλυψη ενός πολύτιμου αγάλματος, που αποκαλείται «Το γεράκι της Μάλτας», αυτού δηλαδή που δίνει τον τίτλο του και στο βιβλίο. Όλοι όσοι έχουν μαζευτεί γύρω από τον Σπέιντ μοιάζουν να θέλουν να το αποκτήσουν: μια μοιραία γυναίκα, ένας αριστοκράτης εγκληματίας, και κάποιος αρχικά άγνωστος άντρας που πολύ σύντομα εγκαταλείπει τα εγκόσμια συντροφιά με το συνέταιρο του ντετέκτιβ.
Ο Σπέιντ σε ολόκληρη τη διάρκεια της αφήγησης μοιάζει να επιδίδεται σε ασκήσεις ακροβασίας. Περπατά συνεχώς πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πού και πού ταλαντεύεται, αλλά δεν πέφτει. Συμπεριφέρεται σαν ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να χάσει, έτσι δε διστάζει να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα, βάζοντάς τα με όλους και με όλα. Η παροιμιώδης ψυχραιμία του, αλλά και το δίκτυο των χαφιέδων που διαθέτει, είναι οι βασικοί του σύμμαχοι. Θα έλεγε κανείς ότι αν δεν ήταν τόσο «αναίσθητος» όσο φαίνεται, ποτέ δε θα τα έβγαζε πέρα.
Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές σ’ αυτό το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, είναι εξίσου ιδιόρρυθμοι. Η γυναίκα, που του συστήνεται με ένα όνομα, μα ακούει σε ένα άλλο. Το παιδαρέλι δολοφόνος. Το υψηλής κοινωνίας αφεντικό του τελευταίου, που απολαμβάνει πολύ το ουίσκι και τα πούρα του. Ο καλός κι ο ηλίθιος μπάτσος. Η γυναίκα του μακαρίτη του συνέταιρου του Σπέιντ, που μάλλον κρύβει σκοτεινά μυστικά. Όλοι αυτοί στήνουν ένα ευτράπελο πλην τραγικό σκηνικό.
Ο Χάμετ δε χαρίζεται σε κανένα απ’ τους πιο πάνω. Όλοι είναι κακοί, μοιάζει να μας λέει. Απλά ο ήρωάς του είναι ο πιο έξυπνος απ’ αυτούς.
Το μυθιστόρημα δε στηρίζεται τόσο στη δράση όσο στο μυστήριο, τα μικρά μυστικά και τα μεγάλα ψέματα, και τις συνεχείς μετακινήσεις των πρωταγωνιστών: από σπίτι σε σπίτι, από γραφείο σε γραφείο, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Η γλώσσα του είναι κοφτή, σπιντάτη, ενώ οι περιγραφές του σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα κάποιες φορές γίνονται ξεκαρδιστικές, αφού αυτός σημειώνει το κάθε τικ, την κάθε γκριμάτσα τους. Μιλά για κάποιο έγκλημα και σε κάνει να χαμογελάς.
Αν κυκλοφορούσε στις μέρες μας αυτό το βιβλίο ίσως να περνούσε κι απαρατήρητο, αφού το επίπεδο έχει ανέβει πολύ και συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας υπάρχουν πια πολλοί και καλοί. Για τη δική του ωστόσο εποχή υπήρξε πρωτοποριακό, αν και σε ορισμένα σημεία ο τρόπος σκέψης, και όχι δράσης, του Σπέιντ, θυμίζει τον προπάτορα Σέρλοκ Χολμς.
Αυστηρά για τους φίλους του hard-boiled αστυνομικού μυθιστορήματος.
Thursday, February 23, 2012
Raymond Chandler – The Big Sleep
Το The Big Sleep είναι ένα από τα πλέον κλασικά μυθιστορήματα της νουάρ λογοτεχνίας στις ΗΠΑ, το οποίο έγινε και ταινία με τους Χάμφρει Μπόκαρντ και Λορίν Μπακόλ.
Πρωταγωνιστής του είναι ο γνωστός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο προσλαμβάνει ο ζάμπλουτος γηραιός στρατηγός Γκι Στέρνγουντ, για να διερευνήσει μια υπόθεση εκβιασμού. Ένας παλαιοβιβλιοπώλης ονόματι Γκίκερ, του ζητά πέντε χιλιάδες δολάρια, τα οποία όπως λέει του χρωστά η μικρή του κόρη, Βίβιαν. Κάτι του βρωμάει, λέει, σ’ αυτή την υπόθεση και, αντί να ρωτήσει την ίδια του την κόρη για το τι παίζει, προτιμάει να την αναθέσει σ’ εκείνον. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους αναφέρει και το όνομα του αγνοούμενου γαμπρού του, Ράστι Ρέγκαν, χωρίς όμως να ζητήσει από τον ντετέκτιβ να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Καθώς θα βρίσκεται στο σπίτι του εργοδότη του ο Μάρλοου θα έχει την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να γνωρίσει και τις δύο κόρες του πρώτου: τη ναζιάρα Κάρμεν, που με το που θα τον δει θα πέσει στην αγκαλιά του, και την Βίβιαν, μια μοιραία γυναίκα με τα όλα της, που θα τον καλέσει στο δωμάτιό της για να μάθε το λόγο της επίσκεψής του εκεί.
Ο Μάρλοου δε θα υποκύψει σε καμιάς τη σαγήνη. Αντίθετα θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά για να δικαιολογήσει το μισθό του – ρουφώντας φυσικά, εν τω μεταξύ, κάποια κονιάκ και λίγο ουίσκι. Στην αρχή η υπόθεση μοιάζει απλή, αλλά όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο περίπλοκη θα γίνεται, καθώς όπως φαίνεται σ’ αυτήν είναι αναμεμιγμένα κάποια άτομα του υπόκοσμου. Ο βιβλιοπώλης έχει λερωμένη τη φωλιά του, όπως και πολλά άλλα άτομα που περιτριγυρίζουν τις κόρες του στρατηγού, κι έτσι, περισσότερο νωρίς παρά αργά, τα πτώματα θ’ αρχίσουν και πάλι να στοιβάζονται. Όλοι έχουν κάποια μυστικά να προστατεύσουν, τα ειδικά τους συμφέροντα, και όλοι λένε ψέματα.
Ο ντετέκτιβ περιφέρεται σχεδόν πάντα άοπλος από το ένα μέρος στο άλλο, ακολουθεί και ακολουθείται, ρίχνει και δέχεται γροθιές και πάντα καταλήγει με δυο-τρία όπλα στην κατοχή του. Και σα να μη φτάνουν όλ’ αυτά έχει και τις δύο γυναίκες να του την πέφτουν με κάθε ευκαιρία κάνοντάς του τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Ωστόσο αντιμετωπίζει όλες τις περιστάσεις με ένα υποδόριο, ειρωνικό χιούμορ, ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση: «Δεν είχα κάτι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό να πιω, όπως νιτρογλυκερίνη, να πούμε, ή απόσταγμα ανάσας τίγρεως». Πίνει ωστόσο τα ουισκάκια του και τα κονιάκ του, παίζει όταν χρειάζεται τον καλό και πολύ συχνά τον κακό, και έρχεται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στη λύση όχι μόνο ενός, αλλά τριών γρίφων. Και όταν τον ρωτάνε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ, τους απαντάει: «Επειδή δε μου αρέσουν οι γυναίκες των μπάτσων».
Ο «Μεγάλος ύπνος» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με κοφτούς διαλόγους, κρυφό ή και φανερό ερωτισμό, χιούμορ και μετρημένη δράση. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και ο ήρωάς του είναι, για να το θέσουμε με ένα σύγχρονο όρο, πέρα για πέρα κουλ. Οι φίλοι του είδους θα το λατρεύσουν.
Πρωταγωνιστής του είναι ο γνωστός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο προσλαμβάνει ο ζάμπλουτος γηραιός στρατηγός Γκι Στέρνγουντ, για να διερευνήσει μια υπόθεση εκβιασμού. Ένας παλαιοβιβλιοπώλης ονόματι Γκίκερ, του ζητά πέντε χιλιάδες δολάρια, τα οποία όπως λέει του χρωστά η μικρή του κόρη, Βίβιαν. Κάτι του βρωμάει, λέει, σ’ αυτή την υπόθεση και, αντί να ρωτήσει την ίδια του την κόρη για το τι παίζει, προτιμάει να την αναθέσει σ’ εκείνον. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους αναφέρει και το όνομα του αγνοούμενου γαμπρού του, Ράστι Ρέγκαν, χωρίς όμως να ζητήσει από τον ντετέκτιβ να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Καθώς θα βρίσκεται στο σπίτι του εργοδότη του ο Μάρλοου θα έχει την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να γνωρίσει και τις δύο κόρες του πρώτου: τη ναζιάρα Κάρμεν, που με το που θα τον δει θα πέσει στην αγκαλιά του, και την Βίβιαν, μια μοιραία γυναίκα με τα όλα της, που θα τον καλέσει στο δωμάτιό της για να μάθε το λόγο της επίσκεψής του εκεί.
Ο Μάρλοου δε θα υποκύψει σε καμιάς τη σαγήνη. Αντίθετα θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά για να δικαιολογήσει το μισθό του – ρουφώντας φυσικά, εν τω μεταξύ, κάποια κονιάκ και λίγο ουίσκι. Στην αρχή η υπόθεση μοιάζει απλή, αλλά όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο περίπλοκη θα γίνεται, καθώς όπως φαίνεται σ’ αυτήν είναι αναμεμιγμένα κάποια άτομα του υπόκοσμου. Ο βιβλιοπώλης έχει λερωμένη τη φωλιά του, όπως και πολλά άλλα άτομα που περιτριγυρίζουν τις κόρες του στρατηγού, κι έτσι, περισσότερο νωρίς παρά αργά, τα πτώματα θ’ αρχίσουν και πάλι να στοιβάζονται. Όλοι έχουν κάποια μυστικά να προστατεύσουν, τα ειδικά τους συμφέροντα, και όλοι λένε ψέματα.
Ο ντετέκτιβ περιφέρεται σχεδόν πάντα άοπλος από το ένα μέρος στο άλλο, ακολουθεί και ακολουθείται, ρίχνει και δέχεται γροθιές και πάντα καταλήγει με δυο-τρία όπλα στην κατοχή του. Και σα να μη φτάνουν όλ’ αυτά έχει και τις δύο γυναίκες να του την πέφτουν με κάθε ευκαιρία κάνοντάς του τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Ωστόσο αντιμετωπίζει όλες τις περιστάσεις με ένα υποδόριο, ειρωνικό χιούμορ, ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση: «Δεν είχα κάτι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό να πιω, όπως νιτρογλυκερίνη, να πούμε, ή απόσταγμα ανάσας τίγρεως». Πίνει ωστόσο τα ουισκάκια του και τα κονιάκ του, παίζει όταν χρειάζεται τον καλό και πολύ συχνά τον κακό, και έρχεται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στη λύση όχι μόνο ενός, αλλά τριών γρίφων. Και όταν τον ρωτάνε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ, τους απαντάει: «Επειδή δε μου αρέσουν οι γυναίκες των μπάτσων».
Ο «Μεγάλος ύπνος» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με κοφτούς διαλόγους, κρυφό ή και φανερό ερωτισμό, χιούμορ και μετρημένη δράση. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και ο ήρωάς του είναι, για να το θέσουμε με ένα σύγχρονο όρο, πέρα για πέρα κουλ. Οι φίλοι του είδους θα το λατρεύσουν.
Subscribe to:
Posts (Atom)

