Το The Big Sleep είναι ένα από τα πλέον κλασικά μυθιστορήματα της νουάρ λογοτεχνίας στις ΗΠΑ, το οποίο έγινε και ταινία με τους Χάμφρει Μπόκαρντ και Λορίν Μπακόλ.
Πρωταγωνιστής του είναι ο γνωστός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο προσλαμβάνει ο ζάμπλουτος γηραιός στρατηγός Γκι Στέρνγουντ, για να διερευνήσει μια υπόθεση εκβιασμού. Ένας παλαιοβιβλιοπώλης ονόματι Γκίκερ, του ζητά πέντε χιλιάδες δολάρια, τα οποία όπως λέει του χρωστά η μικρή του κόρη, Βίβιαν. Κάτι του βρωμάει, λέει, σ’ αυτή την υπόθεση και, αντί να ρωτήσει την ίδια του την κόρη για το τι παίζει, προτιμάει να την αναθέσει σ’ εκείνον. Στη διάρκεια της συνομιλίας τους αναφέρει και το όνομα του αγνοούμενου γαμπρού του, Ράστι Ρέγκαν, χωρίς όμως να ζητήσει από τον ντετέκτιβ να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Καθώς θα βρίσκεται στο σπίτι του εργοδότη του ο Μάρλοου θα έχει την τύχη, ή μάλλον την ατυχία, να γνωρίσει και τις δύο κόρες του πρώτου: τη ναζιάρα Κάρμεν, που με το που θα τον δει θα πέσει στην αγκαλιά του, και την Βίβιαν, μια μοιραία γυναίκα με τα όλα της, που θα τον καλέσει στο δωμάτιό της για να μάθε το λόγο της επίσκεψής του εκεί.
Ο Μάρλοου δε θα υποκύψει σε καμιάς τη σαγήνη. Αντίθετα θα ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά για να δικαιολογήσει το μισθό του – ρουφώντας φυσικά, εν τω μεταξύ, κάποια κονιάκ και λίγο ουίσκι. Στην αρχή η υπόθεση μοιάζει απλή, αλλά όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο περίπλοκη θα γίνεται, καθώς όπως φαίνεται σ’ αυτήν είναι αναμεμιγμένα κάποια άτομα του υπόκοσμου. Ο βιβλιοπώλης έχει λερωμένη τη φωλιά του, όπως και πολλά άλλα άτομα που περιτριγυρίζουν τις κόρες του στρατηγού, κι έτσι, περισσότερο νωρίς παρά αργά, τα πτώματα θ’ αρχίσουν και πάλι να στοιβάζονται. Όλοι έχουν κάποια μυστικά να προστατεύσουν, τα ειδικά τους συμφέροντα, και όλοι λένε ψέματα.
Ο ντετέκτιβ περιφέρεται σχεδόν πάντα άοπλος από το ένα μέρος στο άλλο, ακολουθεί και ακολουθείται, ρίχνει και δέχεται γροθιές και πάντα καταλήγει με δυο-τρία όπλα στην κατοχή του. Και σα να μη φτάνουν όλ’ αυτά έχει και τις δύο γυναίκες να του την πέφτουν με κάθε ευκαιρία κάνοντάς του τη ζωή ακόμη πιο δύσκολη. Ωστόσο αντιμετωπίζει όλες τις περιστάσεις με ένα υποδόριο, ειρωνικό χιούμορ, ακόμη και σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική του κατάσταση: «Δεν είχα κάτι στ’ αλήθεια εντυπωσιακό να πιω, όπως νιτρογλυκερίνη, να πούμε, ή απόσταγμα ανάσας τίγρεως». Πίνει ωστόσο τα ουισκάκια του και τα κονιάκ του, παίζει όταν χρειάζεται τον καλό και πολύ συχνά τον κακό, και έρχεται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά στη λύση όχι μόνο ενός, αλλά τριών γρίφων. Και όταν τον ρωτάνε γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ, τους απαντάει: «Επειδή δε μου αρέσουν οι γυναίκες των μπάτσων».
Ο «Μεγάλος ύπνος» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, με κοφτούς διαλόγους, κρυφό ή και φανερό ερωτισμό, χιούμορ και μετρημένη δράση. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και ο ήρωάς του είναι, για να το θέσουμε με ένα σύγχρονο όρο, πέρα για πέρα κουλ. Οι φίλοι του είδους θα το λατρεύσουν.
Showing posts with label Raymond Chandler. Show all posts
Showing posts with label Raymond Chandler. Show all posts
Thursday, February 23, 2012
Ρέιμοντ Τσάντλερ – Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου
Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο με ιστορίες του Ρέιμοντ Τσάντλερ που έπεσε στα χέρια μου. Όπως έμαθα από μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο, η πρωτότυπη συλλογή (Trouble is my business) περιείχε δώδεκα ιστορίες με πρωταγωνιστή τον περίφημο ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, ενώ οι επανεκδόσεις της μόνο τέσσερις . Επειδή προφανώς στα μέρη μας είναι της μόδας οι λεπτοί τόμοι, εδώ περιλαμβάνονται τρεις μονάχα ιστορίες: το ομότιτλο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου», τα «Χρυσόψαρα» και ο «Χαφιές». Συνηθισμένος καθώς είμαι στα σύγχρονα αστυνομικά αναγνώσματα νόμιζα ότι δε θα μου άρεσαν και τόσο αυτές οι κάπως παλιομοδίτικες αφηγήσεις, αλλά ευτυχώς έπεσα έξω. Μου άρεσαν και με το παραπάνω. Ειδικά αυτή που χαρίζει τον τίτλο της στη συλλογή.
Στο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου» βλέπουμε τον Μάρλοου να αναλαμβάνει την προστασία ενός βαθύπλουτου, πλην ηλικιωμένου και τσιγκούνη άντρα, που φέρεται να απειλεί κάποιος εγκληματίας, ο οποίος θέλει να του φάει τα λεφτά. Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης ο θετός γιος του, που κάνει έκλυτη ζωή, καθώς και μια μοιραία γυναίκα, της οποίας: «το χρώμα των μαλλιών της ήταν σκούρο κόκκινο, σαν πυρκαγιά που έχει μεν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη». Γύρω από αυτούς παρασιτούν κάποιοι άλλοι επικίνδυνοι και… πολύχρωμοι τύποι: ένας σοφέρ-πιστολέρο, κάποιος φονιάς της κακιάς ώρας και δυο μπάτσοι-καρικατούρες. Γραμμένη με μια γλώσσα απέριττη και στακάτους ρυθμούς, και με μικρές δόσεις χιούμορ, παρά τα θανατικά που περιγράφει, στο τέλος-τέλος αυτή η ιστορία φτάνει να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, χαρίζοντας πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη.
Στα «Χρυσόψαρα» ο Μάρλοου αναλαμβάνει να ανακαλύψει δυο μαργαριτάρια που αξίζουν μια ολόκληρη περιουσία και τα οποία είχε κρύψει κάποιος κλέφτης, λίγο προτού συλληφθεί. Ωστόσο, όπως σύντομα θ’ ανακαλύψει, δεν παίζει μόνος σ’ αυτό το παιχνίδι. Οι πιο σκληροί του αντίπαλοι θα αποδειχτούν ένα κάθαρμα δικηγόρος και μια μικροκαμωμένη γυναίκα που μοιάζει γεννημένη εγκληματίας, που πιάνοντάς τον εξ απροόπτου θα τον ναρκώσουν, ώστε να αποκτήσουν το προβάδισμα στον αγώνα δρόμου που θα ακολουθήσει. Εκείνος, ξαπλωμένος στο πάτωμα του γραφείου του πρώτου: «Έβλεπα φωτεινά κύματα και σκοτεινές σκιές κι άκουγα ένα θρόισμα σαν του ανέμου στις δεντροκορφές». (Ποιητικότατο!). Ωστόσο, αν και οι άλλοι κέρδισαν τον πρώτο γύρο, αυτός είναι αποφασισμένος να κερδίσει τον αγώνα. Έτσι μόλις συνέρχεται αναχωρεί για την πόλη Ολυμπία, όπου σ’ ένα καπνοπωλείο θα πιει ένα ουίσκι που: «Είχε μια γεύση σαν καλλιέργεια μικροβίων χολέρας», προτού συναντήσει τον άνθρωπο που ψάχνει, αυτόν που θα τον οδηγήσει στο θησαυρό. Ταχύτητα, πικρό χιούμορ, εξάρσεις δράσης, αυτοσαρκασμός, τα βασικά στοιχεία εδώ.
Η διαπλοκή είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στον «Χαφιέ». Χαφιές είναι ο ίδιος ο Μάρλοου, ο οποίος θα είναι βασικός μάρτυρας στη δίκη ενός υψηλόβαθμου στελέχους του δήμου του Σαν Άντζελο, που κατηγορείται για, το είπαμε πιο πάνω, διαπλοκή, και ο οποίος βρίσκεται υπό αστυνομική προστασία. Βασικά ο εν λόγω κύριος έβαζε το χεράκι του ώστε ένας εργολάβος να παίρνει σημαντικές δουλειές με τη σέσουλα. Τόσο ο τελευταίος, όσο και κάποιοι άλλοι εμπλεκόμενοι, θα κάνουν ό,τι περνά απ’ το χέρι τους ώστε να μην εμφανιστεί ποτέ στο δικαστήριο. Και ο Μάρλοου θα κάνει ό,τι περνά απ’ το δικό του χέρι για να σταθεί εμπόδιο στα υποχθόνια σχέδιά τους. Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση θα παίξει μια όχι και τόσο μυστηριώδης γυναίκα, που κρύβει όμως ένα μεγάλο μυστικό.
Εδώ έχουμε τρεις καλογραμμένες ιστορίες από ένα από τους μάστορες του νουάρ. Ο Τσάντλερ μοιάζει να γράφει όπως σκέφτεται, επιμελώς αφτιασίδωτα, κι ας οι καταστάσεις που περιγράφει αποπνέουν παρακμή και χάος. Α, ναι, κι ας μυρίζει κι η κάθε σελίδα του αλκοόλ.
Για τους φανατικούς του είδους και όχι μόνο.
Στο «Ο κίνδυνος είναι η δουλειά μου» βλέπουμε τον Μάρλοου να αναλαμβάνει την προστασία ενός βαθύπλουτου, πλην ηλικιωμένου και τσιγκούνη άντρα, που φέρεται να απειλεί κάποιος εγκληματίας, ο οποίος θέλει να του φάει τα λεφτά. Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης ο θετός γιος του, που κάνει έκλυτη ζωή, καθώς και μια μοιραία γυναίκα, της οποίας: «το χρώμα των μαλλιών της ήταν σκούρο κόκκινο, σαν πυρκαγιά που έχει μεν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη». Γύρω από αυτούς παρασιτούν κάποιοι άλλοι επικίνδυνοι και… πολύχρωμοι τύποι: ένας σοφέρ-πιστολέρο, κάποιος φονιάς της κακιάς ώρας και δυο μπάτσοι-καρικατούρες. Γραμμένη με μια γλώσσα απέριττη και στακάτους ρυθμούς, και με μικρές δόσεις χιούμορ, παρά τα θανατικά που περιγράφει, στο τέλος-τέλος αυτή η ιστορία φτάνει να διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, χαρίζοντας πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη.
Στα «Χρυσόψαρα» ο Μάρλοου αναλαμβάνει να ανακαλύψει δυο μαργαριτάρια που αξίζουν μια ολόκληρη περιουσία και τα οποία είχε κρύψει κάποιος κλέφτης, λίγο προτού συλληφθεί. Ωστόσο, όπως σύντομα θ’ ανακαλύψει, δεν παίζει μόνος σ’ αυτό το παιχνίδι. Οι πιο σκληροί του αντίπαλοι θα αποδειχτούν ένα κάθαρμα δικηγόρος και μια μικροκαμωμένη γυναίκα που μοιάζει γεννημένη εγκληματίας, που πιάνοντάς τον εξ απροόπτου θα τον ναρκώσουν, ώστε να αποκτήσουν το προβάδισμα στον αγώνα δρόμου που θα ακολουθήσει. Εκείνος, ξαπλωμένος στο πάτωμα του γραφείου του πρώτου: «Έβλεπα φωτεινά κύματα και σκοτεινές σκιές κι άκουγα ένα θρόισμα σαν του ανέμου στις δεντροκορφές». (Ποιητικότατο!). Ωστόσο, αν και οι άλλοι κέρδισαν τον πρώτο γύρο, αυτός είναι αποφασισμένος να κερδίσει τον αγώνα. Έτσι μόλις συνέρχεται αναχωρεί για την πόλη Ολυμπία, όπου σ’ ένα καπνοπωλείο θα πιει ένα ουίσκι που: «Είχε μια γεύση σαν καλλιέργεια μικροβίων χολέρας», προτού συναντήσει τον άνθρωπο που ψάχνει, αυτόν που θα τον οδηγήσει στο θησαυρό. Ταχύτητα, πικρό χιούμορ, εξάρσεις δράσης, αυτοσαρκασμός, τα βασικά στοιχεία εδώ.
Η διαπλοκή είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στον «Χαφιέ». Χαφιές είναι ο ίδιος ο Μάρλοου, ο οποίος θα είναι βασικός μάρτυρας στη δίκη ενός υψηλόβαθμου στελέχους του δήμου του Σαν Άντζελο, που κατηγορείται για, το είπαμε πιο πάνω, διαπλοκή, και ο οποίος βρίσκεται υπό αστυνομική προστασία. Βασικά ο εν λόγω κύριος έβαζε το χεράκι του ώστε ένας εργολάβος να παίρνει σημαντικές δουλειές με τη σέσουλα. Τόσο ο τελευταίος, όσο και κάποιοι άλλοι εμπλεκόμενοι, θα κάνουν ό,τι περνά απ’ το χέρι τους ώστε να μην εμφανιστεί ποτέ στο δικαστήριο. Και ο Μάρλοου θα κάνει ό,τι περνά απ’ το δικό του χέρι για να σταθεί εμπόδιο στα υποχθόνια σχέδιά τους. Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση θα παίξει μια όχι και τόσο μυστηριώδης γυναίκα, που κρύβει όμως ένα μεγάλο μυστικό.
Εδώ έχουμε τρεις καλογραμμένες ιστορίες από ένα από τους μάστορες του νουάρ. Ο Τσάντλερ μοιάζει να γράφει όπως σκέφτεται, επιμελώς αφτιασίδωτα, κι ας οι καταστάσεις που περιγράφει αποπνέουν παρακμή και χάος. Α, ναι, κι ας μυρίζει κι η κάθε σελίδα του αλκοόλ.
Για τους φανατικούς του είδους και όχι μόνο.
Subscribe to:
Posts (Atom)

