Showing posts with label δράση. Show all posts
Showing posts with label δράση. Show all posts
Tuesday, September 4, 2012
Andy McDermott – Return to Atlantis
Το Return to Atlantis του Andy McDermott είναι το νέο μυθιστόρημα σε μια σειρά από βιβλία με πρωταγωνιστές την αμερικανή αρχαιολόγο Νίνα Γουάιλντ και τον σύζυγό της, πρώην μέλος της βρετανικής SAS, Έντι Τσέις.
Το βιβλίο μας ταξιδεύει σε χαμένους κόσμους, μας μιλά για θεωρίες συνομωσίας, προσφέρει άφθονη δράση και πολλές ανατροπές, και δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα αφού μας οδηγεί με καταιγιστικούς ρυθμούς από τη μια κορύφωση στην επόμενη.
Όταν το διάβαζα σκεφτόμουνα «Ο Άντι ΜακΝτέρμοτ είναι μια νέα και καλύτερη εκδοχή του Γουίλμπουρ Σμιθ» και στο τέλος αυτή η σχεδόν ιερόσυλη σκέψη δεν με εγκατέλειψε. Φανταστείτε όλους τους τυχοδιώκτες του τελευταίου να συναντώνται σε ένα βιβλίο και όλους τους σκληροτράχηλους ήρωές του να έχουν ένα πρόσωπο – αυτό το πρόσωπο λοιπόν θα είναι εκείνο του Έντι Τσέις.
Αλλά ας περάσουμε στο περιεχόμενο. Η δράση ξεκινά στη Ζιμπάμπουε, όπου ο Έντι απελευθερώνει από τις φυλακές στα προάστια της Χαράρε έναν άντρα που είναι ο μοναδικός που μπορεί να του προσφέρει κάποιες πληροφορίες, μετακινείται στη Νέα Υόρκη όπου η Νίνα περνά τα δικά της ζόρια, μετά παρεκκλίνει προς τη Μοζαμβίκη για ένα μικρό διάστημα, προτού περάσει μια βόλτα από το Χονγκ Κονγκ, ρίξει μια επικίνδυνη ματιά στο Τόκιο και συνεχίσει την πορεία της προς τη Ρώμη.
Στο επίκεντρο της δράσης είναι ο Έντι, αλλά όλος ο μύθος είναι κτισμένος γύρω από τη Νίνα. Η Νίνα δουλεύει για τα Ηνωμένα Έθνη και είναι ειδική σε ό,τι αφορά τα θέματα των αρχαιοτήτων, αλλά όχι μοναχά αυτό – είναι επίσης μια διάσημη εξερευνήτρια. Αυτή ήταν που με την πολύτιμη βοήθεια του Έντι ανακάλυψε την Ατλαντίδα, το μυθικό Ελ Ντοράτο, ακόμη και το διάσημο σπαθί Εξκάλιμπουρ. Τώρα η τύχη, ή μάλλον κάποιοι άνθρωποι, θέλουν να της αναθέσουν μία ακόμη και ίσως τελευταία αποστολή: να ενώσει τρία αρχαία αγάλματα, τα οποία μπορούν, σύμφωνα με το μύθο, να τους οδηγήσουν στην πηγή μιας πανίσχυρης ενεργειακής δύναμης, που παράγεται απ’ την ίδια τη γη.
Αυτός που θα καταφέρει να πάρει στα χέρια του αυτή την πηγή θα έχει ουσιαστικά στα χέρια του, ή μάλλον υπό την εξουσία του, τον κόσμο ολάκερο. Κάποιοι απ’ αυτούς που την αναζητούν έχουν αγαθές προθέσεις, κάποιοι κυνηγούν μόνο το χρήμα και τη δύναμη, και κάποιοι άλλοι ενδιαφέρονται μοναχά για το πώς λειτουργεί αυτή.
Η Νίνα και ο Έντι θα βρεθούν, θέλοντας και μη, στο επίκεντρο ενός κυκλώνα, που θα τους φέρει πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο και ο οποίος θα τους παρασύρει από τα χιονισμένα βουνά των Άλπεων μέχρι τα βάθη του Ατλαντικού Ωκεανού, από τις ερήμους της Αφρικής μέχρι τις κατακόμβες του Βατικανού.
Ο αγώνας τους θα είναι δύσκολος, ο δρόμος φαινομενικά ατελείωτος, αλλά η πορεία είναι τόσο απολαυστική, που σίγουρα θα ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς φίλους των βιβλίων δράσης και περιπέτειας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Wednesday, August 1, 2012
Sean Doolittle – Lake Country
Το Lake Country δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό βιβλίο. Εδώ δεν έχουμε μια ιστορία με ντετέκτιβ, αλλά ούτε και ένα θρίλερ – έχουμε την ιστορία κάποιων ανθρώπων μ’ ένα παρελθόν σκληρό που τους στοιχειώνει, που όσο κι αν θέλουν να ξεφύγουν απ’ αυτό, δεν το μπορούν.
Τι μού άρεσε περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο; Ίσως να ακουστεί παράξενο αλλά: Το μέγεθός του. Ο συγγραφέας έγραψε ακριβώς όσα ήθελε και έπρεπε να γράψει για να πει την ιστορία του. Έστω και μια λέξη εδώ δεν είναι περιττή, δεν υπάρχουν πολλές ανατροπές, αλλά ούτε και οι συνήθεις παρατραβηγμένες περιγραφές που στοχεύουν στο να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το μόνο που ενδιαφέρεται να κάνει ο Ντουλίτλ είναι να πει μια ιστορία, κι αυτό το κάνει πολύ καλά.
Δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι πρώην στρατιώτες, βετεράνοι του πολέμου στο Ιράκ, και ο καθένας απ’ αυτούς φέρει τα δικά του ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα.
Ο Ντάριλ Πότερ είναι ένας προβληματικός χαρακτήρας, ένας νέος άντρας που έζησε πολλά και είδε άφθονο αίμα να χύνεται στα πεδία των μαχών, και ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταφέρνει πάντα να δημιουργεί μπελάδες. Απεχθάνεται τη ζωή του, έτσι όπως έχει καταντήσει, μισά το σύστημα της δικαιοσύνης που έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά σε ό,τι αφορά τους πλούσιους και τους φτωχούς, ρίχνει την ευθύνη στον εαυτό του επειδή δεν μπόρεσε να σώσει τη ζωή ενός συμπολεμιστή του και νιώθει ενοχές γι’ αυτά που συνέβηκαν στην οικογένεια του τελευταίου στη συνέχεια. Μισεί σχεδόν τους πάντες και τα πάντα κι η καθημερινή του ζωή είναι πνιγμένη στη μιζέρια. Τώρα, ωστόσο, είναι αποφασισμένος να κάνει κάτι για να αλλάξει τα πιο πάνω – ο μόνος τρόπος για να το πετύχει αυτό όμως είναι να πάρει το νόμο στα χέρια του.
Ο Μάικ Μπάρλοου απ’ την άλλη μεριά, ο «αδελφός του στα όπλα» όπως λένε οι αμερικανοί, δεν φαίνεται να μισά κανένα. Απλά νιώθει λυπημένος για τη ζωή που κάνει και προσπαθεί να ανακουφίσει τα ψυχολογικά, αλλά και σωματικά του βάσανα, αφού φέρει μια σοβαρή πληγή στο γόνατο, καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και ηρεμιστικά χάπια.
Αλλά αυτοί οι δύο δεν είναι τα μοναδικά «ανθρώπινα κουρέλια» που συναντάμε σ’ αυτή την ιστορία. Μέσα εδώ κόβουν βόλτες και κάποιες άλλες τυραννισμένες ψυχές, που έχασαν τα πάντα σ’ ένα δυστύχημα, στη διάρκεια ενός πολέμου, σε μια στιγμή τρέλας. Αν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς μοιάζουν να ζουν ήσυχες και ειρηνικές ζωές, η εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω είναι ψεύτικη. Έχουν κι αυτοί πληγώσει κάποιους άλλους ανθρώπους και έχουν με τη σειρά τους πληγωθεί. Κι επίσης υποφέρουν: Είτε από μοναξιά, είτε από θλίψη, είτε θρηνώντας μιαν απώλεια. Νιώθουν ευγνώμονες για τα λίγα που έχουν, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να τους χαρακτηρίσει κανείς ευτυχισμένους.
Ο συγγραφέας δεν συμπεριφέρεται με το γάντι στους ήρωές του: Είναι γεμάτοι ελαττώματα, ξεχειλίζουν από ανεξέλεγκτα πάθη. Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που κάνει το βιβλίο να μοιάζει σαν κάτι το εξαιρετικό. Μιλά για ανθρώπους απλούς που ίσως να ζουν δίπλα μας ή λίγο πιο κάτω, προς το τέλος του δρόμου, ανθρώπους που συναντώνται μια φορά το χρόνο για να γιορτάσουν μια νέα ζωή ή να θρηνήσουν ένα παλιό θάνατο, κι ανθρώπους που κάθονται στις σκοτεινές γωνιές των μπαρ, όπου προσπαθούν απεγνωσμένα να κρύψουν τις φοβίες τους.
Όσο για την πλοκή του έργου, λίγες γραμμές είναι αρκετές για να την περιγράψουν: Πέντε χρόνια πριν, ο επιτυχημένος αρχιτέκτονας Γουέιντ Μπένσον αποκοιμήθηκε καθώς οδηγούσε με αποτέλεσμα να εμπλακεί σ’ ένα δυστύχημα το οποίο προκάλεσε το θάνατο μιας νέας γυναίκας. Η τιμωρία του: Συνολικά δέκα μέρες φυλάκιση. Για τον φίλο της οικογένειας, Ντάριλ Πότερ, αυτή η τιμωρία δεν είναι αρκετή. Έτσι αποφασίζει να απαγάγει την εικοσάχρονη κόρη του Μπένσον, ώστε να απονείμει τη δική του δικαιοσύνη. Τα υπόλοιπα είναι, ιστορία.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Monday, July 9, 2012
Richard Castle – A Raging Storm
Ο δεύτερος ηλεκτρονικός τόμος του μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή τον Ντέρρικ Στορμ, A Raging Storm, αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια: «Είχε το πτώμα ενός αμερικανού γερουσιαστή στα χέρια του».
Καλή αρχή, ε; Όπως αναφέραμε στην παρουσίαση του A Brewing Storm (παρουσίαση εδώ), ο Ντέρρικ Στορμ, πρώην πράκτορας, επέστρεψε εσπευσμένα στο πόστο του, έπειτα από απαίτηση του φίλου και μέντορά του Τζεντάια Τζόουνς. Ο Στορμ θα βοηθούσε στη διάσωση του γιου ενός γερουσιαστή ονόματι Θέρστον Γουΐνσλου, ο οποίος είχε απαχθεί από αγνώστους.
Τελικά τα πράγματα πήγαν τόσο στραβά που και ο νεαρός πέθανε, αλλά και ο γερουσιαστής έπεσε νεκρός από τα πυρά ενός ελεύθερου σκοπευτή. Οι τελευταίες λέξεις που είπε στον Στορμ, προτού ξεψυχήσει ήταν: «Μίδας. Ο Τζεντάια Τζόουνς ξέρει».
Ο ήρωάς μας έμεινε αποσβολωμένος για μια στιγμή, αλλά μια και δεν διέθετε την πολυτέλεια του χρόνου, έπιασε αμέσως δουλειά. Βάλθηκε στο κυνήγι του δολοφόνου, που όπως φαίνεται πυροβόλησε τον γερουσιαστή από την ταράτσα του αρχηγείου της αστυνομίας στην Ουάσιγκτον.
Τα πράγματα όμως θα πάνε και πάλι στραβά κι ο Στορμ, παρέα με την πράκτορα του FBI, Έιπριλ Σάουερς, θα μείνουν ξανά με άδεια χέρια. Ωστόσο δεν θα μείνουν ανενεργοί, καθώς τα αφεντικά τους θα τους στείλουν στο Λονδίνο για να μιλήσουν με τον Ιβάν Πετρόβ, ένα αυτοεξόριστο ρώσο ολιγάρχη και ορκισμένο εχθρό του ρώσου προέδρου Όλεγκ Μπαρκόβσκι.
Ο Μπαρκόβσκι, όπως περιγράφεται από το συγγραφέα, μοιάζει μ’ ένα πιστό αντίγραφο του Πούτιν: λαϊκιστής, αυταρχικός και αποφασισμένος να γυρίσει τη χώρα στις ένδοξες ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης, επιτρέποντας ωστόσο τη διεξαγωγή εκλογών και την ελεύθερη αγορά. Η ρητορική του συχνά στρέφεται κατά των ξένων οι οποίοι, όπως λέει, προσπαθούν να καταργήσουν τις παραδοσιακές αξίες των ρώσων.
Οι αμερικάνοι και οι βρετανοί δεν είναι εχθροί πια, αλλά ούτε κι ακριβώς καλοί φίλοι με τους ρώσους. Έτσι, με υπόγειο έστω τρόπο, με τρόπο δηλαδή που αν αποκαλυφθεί η ανάμιξή τους, θα μπορούν να αρνηθούν τα πάντα, προσπαθούν να βοηθήσουν τον Πετρόβ να προχωρήσει με τα σχέδιά του για υπονόμευση των σχεδίων του Μπαρκόβσκι.
Φτάνοντας λοιπόν στο Λονδίνο, οι Στορμ και Σάουερς θα πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά. Και σύντομα θ’ ανακαλύψουν ότι κάποιος σαμποτάρει την αποστολή τους εκ των ένδον. Δεν είναι μόνο ότι η άφιξη της Σάουερς αποκαλύπτεται στην τηλεόραση, είναι και το ότι κάποιοι βάζουν κοριούς στα δωμάτιά τους, τους ακολουθούν παντού, και οι άνθρωποι με τους οποίους μιλούν μοιάζουν να τους κρύβουν περισσότερα απ’ αυτά που τους λένε.
Ο Στορμ, σ’ αυτό το παιχνίδι είναι πολύ πιο έμπειρος από τη συνάδελφό του, αλλά στη διάρκεια των ημερών που θ’ ακολουθήσουν θα έρθουν, θέλοντας και μη παρέα, κατ’ επανάληψη πρόσωπο με πρόσωπο με διπλούς πράκτορες, εκπαιδευμένους δολοφόνους και προδότες, και θα προσπαθήσουν να διασώσουν ό,τι μπορεί να διασωθεί. Το μεγάλο τους πρόβλημα ωστόσο είναι ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν κανένα.
Η συνέχεια και το τέλος τον ερχόμενο μήνα με την κυκλοφορία του A Bloody Storm.
Παρουσιάσεις άλλων βιβλίων του συγγραφέα:
Heat Rises
Naked Heat
Saturday, July 7, 2012
Νέες κυκλοφορίες
Τα ακόλουθα βιβλία θα κυκλοφορήσουν στο εξωτερικό τις επόμενες δεκαπέντε μέρες.
10 Ιουλίου
Ben H. Winters - The Last Policeman
17 Ιουλίου
Timothy Hallinan - The Fear Artist. Το έχω διαβάσει ήδη και θα το παρουσιάσω εδώ. Το πέμπτο θρίλερ με πρωταγωνιστή τον Πόουκ Ράφφερτι, το οποίο διαδραματίζεται στην Μπανγκόκ.
Peter Tremayne - Behold a Pale Horse
Jeanine Pirro - Sly Fox
James Lee Burke - Creole Belle
Janice Hamrick - Death Makes the Cut
Terri L. Austin - Diners, Dives & Dead Ends
18 Ιουλίου
Jeanne Glidewell - Haunted
19 Ιουλίου
J.I. Baker - The Empty Glass
Monday, March 5, 2012
Elmore Leonard – Raylan
Ο Ρέιλαν είναι ο γνωστός ήρωας από την τηλεοπτική σειρά Justified, ο οποίος ξεπήδησε όμως από κάποια προηγούμενα έργα του Έλμορ Λέοναρντ.
Εδώ, σε αντίθεση με την τηλεοπτική σειρά, που λόγω της φύσης της τον περιορίζει κάπως, ο Ρέιλαν έχει την ευκαιρία να καταπιαστεί με τρεις διαφορετικές υποθέσεις ταυτόχρονα. Η μία αφορά την αφαίρεση των νεφρών από κάποιο γνωστό εγκληματία και τη σχεδόν ταυτόχρονη προσφορά τους για αγορά από τον ίδιο από τους θύτες, η δεύτερη καταπιάνεται με τη δολοφονία ενός άντρα που υπέφερε πολλά στα χέρια μιας μεταλλευτικής εταιρίας, ενώ η τρίτη έχει να κάνει με την εξαφάνιση μιας φοιτήτριας, η οποία έχει μόλις χάσει ένα μεγάλο ποσό χαρτοπαίζοντας και που τώρα κατευθύνεται προς το Λας Βέγκας, ψάχνοντας μια νέα ευκαιρία.
Δεν είναι ανάγκη να σας πω -αν και προφανώς θα το κάνω- ότι αυτό το βιβλίο ξεχωρίζει για δύο βασικά λόγους: για τους χαρακτήρες που πλάθει ο Λέοναρντ, αλλά και -πάνω απ’ όλα- για τους διαλόγους του. Το Be Cool μοιάζει να είναι το μάντρα του, κι αν ο Ρέιλαν είναι κάτι, αυτό είναι κουλ. Πρόκειται για ένα εφαρμοστή του νόμου που ακολουθεί τους δικούς του κανόνες και ο οποίος δεν διστάζει να στρέψει το βλέμμα αλλού όταν πιστεύει ότι αυτός εφαρμόζεται, έστω και με παράνομο τρόπο. Όταν διερευνά την υπόθεση με τα νεφρά, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να λύσει αυτή και να συλλάβει τους ένοχους, δεν δίνει μία που αυτοί οι ένοχοι τυγχάνουν να είναι τα παιδιά του μεγαλύτερου παραγωγού μαριχουάνας της περιοχής. Όταν προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θάνατος του πρώην μεταλλωρύχου δεν υπήρξε προϊόν αυτοάμυνας, αλλά εν ψυχρώ δολοφονία, δεν θα διστάσει να τα χώσει στην προσωρινή εργοδότη του και όταν τελικά αποκαλυφθεί η αλήθεια, η λύση που θα δοθεί, αν και ανορθόδοξη, καθόλου δεν θα τον χαλάσει. Κι όταν θα ανακαλύψει τη φυγόδικη κοπέλα, αντί να σπεύσει να τη συλλάβει, θα της δώσει την ευκαιρία να διορθώσει τα λάθη της. Στον κόσμο του Ρέιλαν, ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα. Και στον κόσμο του Ρέιλαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η δικαιοσύνη αποδίδεται.
Ωστόσο ο Ρέιλαν δεν είναι ο μοναδικός, με τον τρόπο του ξεχωριστός, ήρωας σ’ αυτό το βιβλίο. Οι κακοί είναι το ίδιο, αν όχι περισσότερο ενδιαφέροντες. Ο γέρο Κρόου, που σε πείσμα όλων επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. Η Ρίτα, η υπηρέτρια και περιστασιακή του ερωμένη, και το μοναδικό πλάσμα το οποίο εμπιστεύεται… μαζί με τον Ρέιλαν. Μια μοιραία γυναίκα: «Αυτή ήταν μια κουλ γυναίκα, που ήθελε να κάνει το κακό. Το καλύτερο είδος…». Και άλλη μία, που πρόδωσε τα πάντα για το χρήμα και την εξουσία, που πίστευε ό,τι μπορούσε να έχει τα πάντα και που δεν μπορούσε να δεχτεί το όχι σαν απάντηση.
Οι περιπέτειες του Ρέιλαν μοιάζουν όπως θα έλεγαν και οι αμερικανοί σαν μια βόλτα με τρενάκι του λούνα παρκ. Εντυπωσιάζουν χωρίς να το προσπαθούν. Τις απολαμβάνεις σαν μια μέρα σε πάρκο αναψυχής.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του συγγραφέα, αλλά και σε όλους όσοι θεωρούν εαυτούς οπαδούς της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας.
Εδώ, σε αντίθεση με την τηλεοπτική σειρά, που λόγω της φύσης της τον περιορίζει κάπως, ο Ρέιλαν έχει την ευκαιρία να καταπιαστεί με τρεις διαφορετικές υποθέσεις ταυτόχρονα. Η μία αφορά την αφαίρεση των νεφρών από κάποιο γνωστό εγκληματία και τη σχεδόν ταυτόχρονη προσφορά τους για αγορά από τον ίδιο από τους θύτες, η δεύτερη καταπιάνεται με τη δολοφονία ενός άντρα που υπέφερε πολλά στα χέρια μιας μεταλλευτικής εταιρίας, ενώ η τρίτη έχει να κάνει με την εξαφάνιση μιας φοιτήτριας, η οποία έχει μόλις χάσει ένα μεγάλο ποσό χαρτοπαίζοντας και που τώρα κατευθύνεται προς το Λας Βέγκας, ψάχνοντας μια νέα ευκαιρία.
Δεν είναι ανάγκη να σας πω -αν και προφανώς θα το κάνω- ότι αυτό το βιβλίο ξεχωρίζει για δύο βασικά λόγους: για τους χαρακτήρες που πλάθει ο Λέοναρντ, αλλά και -πάνω απ’ όλα- για τους διαλόγους του. Το Be Cool μοιάζει να είναι το μάντρα του, κι αν ο Ρέιλαν είναι κάτι, αυτό είναι κουλ. Πρόκειται για ένα εφαρμοστή του νόμου που ακολουθεί τους δικούς του κανόνες και ο οποίος δεν διστάζει να στρέψει το βλέμμα αλλού όταν πιστεύει ότι αυτός εφαρμόζεται, έστω και με παράνομο τρόπο. Όταν διερευνά την υπόθεση με τα νεφρά, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να λύσει αυτή και να συλλάβει τους ένοχους, δεν δίνει μία που αυτοί οι ένοχοι τυγχάνουν να είναι τα παιδιά του μεγαλύτερου παραγωγού μαριχουάνας της περιοχής. Όταν προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θάνατος του πρώην μεταλλωρύχου δεν υπήρξε προϊόν αυτοάμυνας, αλλά εν ψυχρώ δολοφονία, δεν θα διστάσει να τα χώσει στην προσωρινή εργοδότη του και όταν τελικά αποκαλυφθεί η αλήθεια, η λύση που θα δοθεί, αν και ανορθόδοξη, καθόλου δεν θα τον χαλάσει. Κι όταν θα ανακαλύψει τη φυγόδικη κοπέλα, αντί να σπεύσει να τη συλλάβει, θα της δώσει την ευκαιρία να διορθώσει τα λάθη της. Στον κόσμο του Ρέιλαν, ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα. Και στον κόσμο του Ρέιλαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η δικαιοσύνη αποδίδεται.
Ωστόσο ο Ρέιλαν δεν είναι ο μοναδικός, με τον τρόπο του ξεχωριστός, ήρωας σ’ αυτό το βιβλίο. Οι κακοί είναι το ίδιο, αν όχι περισσότερο ενδιαφέροντες. Ο γέρο Κρόου, που σε πείσμα όλων επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. Η Ρίτα, η υπηρέτρια και περιστασιακή του ερωμένη, και το μοναδικό πλάσμα το οποίο εμπιστεύεται… μαζί με τον Ρέιλαν. Μια μοιραία γυναίκα: «Αυτή ήταν μια κουλ γυναίκα, που ήθελε να κάνει το κακό. Το καλύτερο είδος…». Και άλλη μία, που πρόδωσε τα πάντα για το χρήμα και την εξουσία, που πίστευε ό,τι μπορούσε να έχει τα πάντα και που δεν μπορούσε να δεχτεί το όχι σαν απάντηση.
Οι περιπέτειες του Ρέιλαν μοιάζουν όπως θα έλεγαν και οι αμερικανοί σαν μια βόλτα με τρενάκι του λούνα παρκ. Εντυπωσιάζουν χωρίς να το προσπαθούν. Τις απολαμβάνεις σαν μια μέρα σε πάρκο αναψυχής.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του συγγραφέα, αλλά και σε όλους όσοι θεωρούν εαυτούς οπαδούς της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας.
Friday, February 24, 2012
Iris Johansen – Quinn
Αυτό το μυθιστόρημα δεν μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι: θρίλερ, βιβλίο φαντασίας ή ιστορία αγάπης. Η συγγραφέας χρησιμοποιώντας μια σειρά από κλισέ, αλλά και αλληλοσυγκρουόμενα υλικά φτιάχνει μια σαλάτα για όλα τα γούστα – το μόνο που τα κάνει σαλάτα.
Αν πρωταγωνιστής σ’ αυτό το μυθιστόρημα ήταν ο Κιούμπα Γκούντινγκ Τζούνιορ από το Jerry Maguire θα εξακολουθούσε να φωνάζει: Show me the money! Κι αυτό το λέμε επειδή η συγγραφέας μόνο γι’ αυτά μοιάζει να ενδιαφέρεται: για τα λεφτά. Αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός ότι πήρε μια καλή ιδέα και την έκανε σαν… ένα ταψί με γεμιστά, παραχώνοντας μέσα τα πάντα, ώστε να την τραβήξει και να την τραβήξει και να την τραβήξει πάρα κάτω. Γιατί ναι, αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι η αρχή της σάγκας. Προηγήθηκε το Eve και θα ακολουθήσει το Bonnie. Η τριλογία της καταστροφής… της ψυχικής υγείας του αναγνώστη.
Ειλικρινά, αν αυτό το βιβλίο δεν «μύριζε» χρήμα, θα του έδινα ας πούμε δυόμισι αστεράκια από τα πέντε, αφού το ταλέντο δεν λείπει από τη συγγραφέα, ενώ και ο μύθος είναι καλούτσικος. Η έλλειψη μέτρου όμως, η ξεκάθαρη κοροϊδία σε βάρος του αναγνώστη, αλλά και η απουσία μιας καλής επιμέλειας που ίσως να μάζευε κάπως τα ασυμμάζευτα, με οδηγούν στο να του δώσω μόνο ένα, κι αυτό για λόγους ευγενείας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο αστυνομικός Τζο Κουίν χαροπαλεύει στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, μετά από μια δολοφονική επίθεση από τον πρώην άντρα της συντρόφου του, Τζέιν, Τζον Γκάλλο. Ο Γκάλλο, που έχει ξοδέψει κάποια χρόνια στις φυλακές της βορείου Κορέας είναι σύμφωνα με όλα τα στοιχεία σχιζοφρενής και μια φονική μηχανή. Ανάμεσα στα θύματά του είναι και ένας πρώην συνάδελφός του στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ονόματι Πολ Μπλακ, αλλά και η ίδια του η κόρη, Μπόνι, αν και δεν θυμάται να έχει σκοτώσει την τελευταία.
Η Μπόνι, που είχε χαθεί από προσώπου γης πολλά χρόνια πριν και η εξαφάνιση της οποίας στάθηκε η αφορμή για τη γνωριμία της Τζέιν με τον Τζο (απ’ ό,τι φαίνεται η συγγραφέας έχει εμμονή με το γράμμα J, αφού εκτός από τους Τζέιν, Τζο και Τζον, κάπου συναντάμε κι έναν Τζέικομπς), που τότε δούλευε για το FBI. Καθώς λοιπόν εκείνος χαροπαλεύει εκείνη μας ταξιδεύει με τις σκέψεις της πίσω στο χρόνο και μας μιλά για τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Την ίδια ώρα, μια σούπεργουμαν, που από παιδί του δρόμου κατέληξε να δουλεύει για τη CIA, καταδιώκει τον Γκάλλο στα βουνά και στα λαγκάδια, ενώ από δω κι από κει κόβει βόλτες και το… πνεύμα της Μπόνι, που τη μια εμφανίζεται στο έσω βλέμμα του Τζο, την άλλη μέρα μεσημέρι στα ανοικτά μάτια της Τζέιν και την παράλλη κόβει βόλτες στους βάλτους της Νέας Ορλεάνης.
Συγχυστήκατε ή ακόμη; Τέλος πάντων, όπως θα ανέμενε κανείς, τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν, κυνηγός και κυνηγημένος αλλάζουν ρόλους, ο έρωτας γεννιέται και πεθαίνει στην ερημιά και άλλα τέτοια τραγικά. Μέχρι που… Μέχρι που τίποτα. Η συνέχεια στον επόμενο τόμο.
Όπως θα προσέξατε αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο που δεν συστήνω σε κανένα ν’ αγοράσει. Ακόμη και το The Good Man Jesus and the Scoundrel Christ, το οποίο επίσης έθαψα, είχε τα θετικά του, αλλά εδώ παραδίδω τα όπλα και λέω: καλύτερα να κάψετε τα λεφτά σας παρά να τα ξοδέψετε τόσο άδικα.
Αν πρωταγωνιστής σ’ αυτό το μυθιστόρημα ήταν ο Κιούμπα Γκούντινγκ Τζούνιορ από το Jerry Maguire θα εξακολουθούσε να φωνάζει: Show me the money! Κι αυτό το λέμε επειδή η συγγραφέας μόνο γι’ αυτά μοιάζει να ενδιαφέρεται: για τα λεφτά. Αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός ότι πήρε μια καλή ιδέα και την έκανε σαν… ένα ταψί με γεμιστά, παραχώνοντας μέσα τα πάντα, ώστε να την τραβήξει και να την τραβήξει και να την τραβήξει πάρα κάτω. Γιατί ναι, αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι η αρχή της σάγκας. Προηγήθηκε το Eve και θα ακολουθήσει το Bonnie. Η τριλογία της καταστροφής… της ψυχικής υγείας του αναγνώστη.
Ειλικρινά, αν αυτό το βιβλίο δεν «μύριζε» χρήμα, θα του έδινα ας πούμε δυόμισι αστεράκια από τα πέντε, αφού το ταλέντο δεν λείπει από τη συγγραφέα, ενώ και ο μύθος είναι καλούτσικος. Η έλλειψη μέτρου όμως, η ξεκάθαρη κοροϊδία σε βάρος του αναγνώστη, αλλά και η απουσία μιας καλής επιμέλειας που ίσως να μάζευε κάπως τα ασυμμάζευτα, με οδηγούν στο να του δώσω μόνο ένα, κι αυτό για λόγους ευγενείας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο αστυνομικός Τζο Κουίν χαροπαλεύει στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, μετά από μια δολοφονική επίθεση από τον πρώην άντρα της συντρόφου του, Τζέιν, Τζον Γκάλλο. Ο Γκάλλο, που έχει ξοδέψει κάποια χρόνια στις φυλακές της βορείου Κορέας είναι σύμφωνα με όλα τα στοιχεία σχιζοφρενής και μια φονική μηχανή. Ανάμεσα στα θύματά του είναι και ένας πρώην συνάδελφός του στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ονόματι Πολ Μπλακ, αλλά και η ίδια του η κόρη, Μπόνι, αν και δεν θυμάται να έχει σκοτώσει την τελευταία.
Η Μπόνι, που είχε χαθεί από προσώπου γης πολλά χρόνια πριν και η εξαφάνιση της οποίας στάθηκε η αφορμή για τη γνωριμία της Τζέιν με τον Τζο (απ’ ό,τι φαίνεται η συγγραφέας έχει εμμονή με το γράμμα J, αφού εκτός από τους Τζέιν, Τζο και Τζον, κάπου συναντάμε κι έναν Τζέικομπς), που τότε δούλευε για το FBI. Καθώς λοιπόν εκείνος χαροπαλεύει εκείνη μας ταξιδεύει με τις σκέψεις της πίσω στο χρόνο και μας μιλά για τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Την ίδια ώρα, μια σούπεργουμαν, που από παιδί του δρόμου κατέληξε να δουλεύει για τη CIA, καταδιώκει τον Γκάλλο στα βουνά και στα λαγκάδια, ενώ από δω κι από κει κόβει βόλτες και το… πνεύμα της Μπόνι, που τη μια εμφανίζεται στο έσω βλέμμα του Τζο, την άλλη μέρα μεσημέρι στα ανοικτά μάτια της Τζέιν και την παράλλη κόβει βόλτες στους βάλτους της Νέας Ορλεάνης.
Συγχυστήκατε ή ακόμη; Τέλος πάντων, όπως θα ανέμενε κανείς, τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν, κυνηγός και κυνηγημένος αλλάζουν ρόλους, ο έρωτας γεννιέται και πεθαίνει στην ερημιά και άλλα τέτοια τραγικά. Μέχρι που… Μέχρι που τίποτα. Η συνέχεια στον επόμενο τόμο.
Όπως θα προσέξατε αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο που δεν συστήνω σε κανένα ν’ αγοράσει. Ακόμη και το The Good Man Jesus and the Scoundrel Christ, το οποίο επίσης έθαψα, είχε τα θετικά του, αλλά εδώ παραδίδω τα όπλα και λέω: καλύτερα να κάψετε τα λεφτά σας παρά να τα ξοδέψετε τόσο άδικα.
Janet Evanovich – Explosive Eighteen
Με μία ακόμη διασκεδαστική περιπέτεια της βασικής πρωταγωνίστριας των τελευταίων της βιβλίων, Στέφανι Πλαμ, το Explosive Eighteen, επιστρέφει η Τζανέτ Ιβάνοβιτς.
Η Στέφανι, για κάποιο λόγο, καταφέρνει πάντα και βάζει τον εαυτό της σε μπελάδες – ακόμη και όταν βρίσκεται σε διακοπές. Το μόνο που αυτή τη φορά οι μπελάδες είναι προσωπικής φύσης, αφού ο μερικής απασχόλησης εραστής της, αστυνομικός Μορέλι, καταφθάνει στη Χαβάη απροειδοποίητα για να της κάνει έκπληξη, και την πιάνει στα πράσα με τον επίσης μερικής απασχόλησης εραστή της, Ρέιντζερ, με το οποίον και πλακώνονται. Η Στέφανι, μη ξέροντας τι να κάνει μ’ αυτούς τους δύο, και αδυνατώντας ν’ αποφασίσει ποιον προτιμά, το σκάει με προορισμό την πατρίδα. Όχι πώς αυτό θα τη βοηθήσει και πολύ, αφού επιστρέφοντας εκεί θα βρει να την περιμένουν νέοι μπελάδες. Ο ξάδελφος και αφεντικό της, Βίννι, έχει συλληφθεί αφού μπλέχθηκε σε ένα καυγά με τον εργολάβο που ανακαινίζει το καταστραμμένο γραφείο του, τον Σαλβατόρε ΝτιΆντζελο, που τον απειλεί ότι θα του κάψει το τροχόσπιτο, από το οποίο εδώ καιρό λειτουργεί η επιχείρησή του. Όπως θα περίμενε κανείς η απειλή δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα και ο Βίννι, σαν καθώς πρέπει ιταλός ορκίζεται να πάρει την εκδίκησή του καταστρέφοντας το υπερπολυτελές αμάξι του Σαλβατόρε. Κι αυτό ακριβώς κάνει. Το μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν.
Στο μεταξύ η Στέφανι προσπαθεί να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες γι’ αυτό πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Αρχίζει δηλαδή να κυνηγάει όλους αυτούς για τους οποίους πλήρωσε εγγύηση ο Βίννι, αλλά δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Ο μεγάλος της στόχος είναι μια γνώριμη από τα παλιά, η Τζόις Μπέρνχαρντ, που κατηγορείται ότι έχει κλέψει ένα περιδέραιο από κάποιο κοσμηματοπώλη, ο οποίος έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί. Ωστόσο αποφασίζει ότι δεν είναι έτοιμη να την αντιμετωπίσει αυτή τη στιγμή, έτσι παρέα με την πολύχρωμη και παμφάγο Λούλα, το ρίχνουν στο κυνήγι των υπολοίπων: μιας γυναίκας που κατηγορείται για απάτες με πιστωτικές κάρτες, ενός τσαντάκια και κάποιου που είναι ύποπτος για διάρρηξη. Οι προσπάθειές τους ωστόσο θα αποδειχθούν μάταιες, αφού για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, η τύχη μοιάζει να τους έχει γυρίσει την πλάτη. Έτσι θα περιφέρονται από το ένα μέρος στο άλλο, θα τρώνε τα χαστούκια τους και θα επανέρχονται ξανά και ξανά ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε καλά.
Και, σαν να μην την έφταναν όλα αυτά η Στέφανι, που είναι «μαγνήτης προβλημάτων», σύμφωνα με έναν από τους αγαπημένους της, βρίσκει τον εαυτό της στο επίκεντρο ενός άλλου κυκλώνα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα της στο αεροπλάνο της επιστροφής ανακαλύπτεται νεκρός, για κάποιο λόγο όλοι πιστεύουν ότι αυτή έχει στην κατοχή της μια υπερπολύτιμη φωτογραφία που κουβαλούσε εκείνος, κι έτσι βρίσκονται στο κατόπιν της. Ποιοι είναι αυτοί οι όλοι; Ένας σκληροτράχηλος αφρικανός που δουλεύει για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Σομαλίας, δύο ουσιαστικά ακίνδυνοι άντρες τους οποίους προσέλαβε κάποιος άγνωστος, η αρραβωνιαστικιά του νεκρού και το FBI.
Όπως θα ανέμενε κανείς έχοντας όλους αυτούς στο κατόπιν της η καημένη η κοπέλα παίρνει ανάποδες και πάει να τρελαθεί. Ευτυχώς όμως που έχει τη Λούλα που την κάνει να γελά, αλλά και την ανισόρροπη οικογένειά της («τουλάχιστον καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι για φαγητό»), που της χαρίζει κάποιου είδους ισορροπία.
Σιγά σιγά, όπως γίνεται συνήθως, οι απαντήσεις δίνονται, τα μυστήρια λύνονται και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η προσωπική της ζωή ωστόσο θα συνεχίσει να βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί.
Ένα ακόμη μυθιστόρημα το οποίο απολαμβάνει κανείς όχι τόσο για το μυστήριο και τη δράση, όσο για τα ευτράπελα γεγονότα που περιγράφει και τους πολύχρωμους χαρακτήρες του.
Η Στέφανι, για κάποιο λόγο, καταφέρνει πάντα και βάζει τον εαυτό της σε μπελάδες – ακόμη και όταν βρίσκεται σε διακοπές. Το μόνο που αυτή τη φορά οι μπελάδες είναι προσωπικής φύσης, αφού ο μερικής απασχόλησης εραστής της, αστυνομικός Μορέλι, καταφθάνει στη Χαβάη απροειδοποίητα για να της κάνει έκπληξη, και την πιάνει στα πράσα με τον επίσης μερικής απασχόλησης εραστή της, Ρέιντζερ, με το οποίον και πλακώνονται. Η Στέφανι, μη ξέροντας τι να κάνει μ’ αυτούς τους δύο, και αδυνατώντας ν’ αποφασίσει ποιον προτιμά, το σκάει με προορισμό την πατρίδα. Όχι πώς αυτό θα τη βοηθήσει και πολύ, αφού επιστρέφοντας εκεί θα βρει να την περιμένουν νέοι μπελάδες. Ο ξάδελφος και αφεντικό της, Βίννι, έχει συλληφθεί αφού μπλέχθηκε σε ένα καυγά με τον εργολάβο που ανακαινίζει το καταστραμμένο γραφείο του, τον Σαλβατόρε ΝτιΆντζελο, που τον απειλεί ότι θα του κάψει το τροχόσπιτο, από το οποίο εδώ καιρό λειτουργεί η επιχείρησή του. Όπως θα περίμενε κανείς η απειλή δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα και ο Βίννι, σαν καθώς πρέπει ιταλός ορκίζεται να πάρει την εκδίκησή του καταστρέφοντας το υπερπολυτελές αμάξι του Σαλβατόρε. Κι αυτό ακριβώς κάνει. Το μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν.
Στο μεταξύ η Στέφανι προσπαθεί να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες γι’ αυτό πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Αρχίζει δηλαδή να κυνηγάει όλους αυτούς για τους οποίους πλήρωσε εγγύηση ο Βίννι, αλλά δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Ο μεγάλος της στόχος είναι μια γνώριμη από τα παλιά, η Τζόις Μπέρνχαρντ, που κατηγορείται ότι έχει κλέψει ένα περιδέραιο από κάποιο κοσμηματοπώλη, ο οποίος έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί. Ωστόσο αποφασίζει ότι δεν είναι έτοιμη να την αντιμετωπίσει αυτή τη στιγμή, έτσι παρέα με την πολύχρωμη και παμφάγο Λούλα, το ρίχνουν στο κυνήγι των υπολοίπων: μιας γυναίκας που κατηγορείται για απάτες με πιστωτικές κάρτες, ενός τσαντάκια και κάποιου που είναι ύποπτος για διάρρηξη. Οι προσπάθειές τους ωστόσο θα αποδειχθούν μάταιες, αφού για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, η τύχη μοιάζει να τους έχει γυρίσει την πλάτη. Έτσι θα περιφέρονται από το ένα μέρος στο άλλο, θα τρώνε τα χαστούκια τους και θα επανέρχονται ξανά και ξανά ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε καλά.
Και, σαν να μην την έφταναν όλα αυτά η Στέφανι, που είναι «μαγνήτης προβλημάτων», σύμφωνα με έναν από τους αγαπημένους της, βρίσκει τον εαυτό της στο επίκεντρο ενός άλλου κυκλώνα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα της στο αεροπλάνο της επιστροφής ανακαλύπτεται νεκρός, για κάποιο λόγο όλοι πιστεύουν ότι αυτή έχει στην κατοχή της μια υπερπολύτιμη φωτογραφία που κουβαλούσε εκείνος, κι έτσι βρίσκονται στο κατόπιν της. Ποιοι είναι αυτοί οι όλοι; Ένας σκληροτράχηλος αφρικανός που δουλεύει για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Σομαλίας, δύο ουσιαστικά ακίνδυνοι άντρες τους οποίους προσέλαβε κάποιος άγνωστος, η αρραβωνιαστικιά του νεκρού και το FBI.
Όπως θα ανέμενε κανείς έχοντας όλους αυτούς στο κατόπιν της η καημένη η κοπέλα παίρνει ανάποδες και πάει να τρελαθεί. Ευτυχώς όμως που έχει τη Λούλα που την κάνει να γελά, αλλά και την ανισόρροπη οικογένειά της («τουλάχιστον καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι για φαγητό»), που της χαρίζει κάποιου είδους ισορροπία.
Σιγά σιγά, όπως γίνεται συνήθως, οι απαντήσεις δίνονται, τα μυστήρια λύνονται και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η προσωπική της ζωή ωστόσο θα συνεχίσει να βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί.
Ένα ακόμη μυθιστόρημα το οποίο απολαμβάνει κανείς όχι τόσο για το μυστήριο και τη δράση, όσο για τα ευτράπελα γεγονότα που περιγράφει και τους πολύχρωμους χαρακτήρες του.
Jeffery Deaver – Carte Blanche
Το όνομά του είναι Μποντ. Τζέφρι Μποντ. Ξεκινάμε το κείμενο με μια μικρή υπερβολή, αφού ο καλός συγγραφέας με το Carte Blanche μοιάζει να ξαναδημιουργεί τον γνωστό πράκτορα από την αρχή, να του δίνει ζωή στη νέα εποχή. Σε μια εποχή όπου τα σύνορα είναι αόρατα, η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, και οι διαφορές ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς είναι πια δυσδιάκριτες.
Όταν έγινε γνωστό ότι οι απόγονοι του Φλέμινγκ ανέθεσαν στον Ντίβερ να γράψει τη νέα περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, εκφράστηκαν αρκετές επιφυλάξεις. Ο συγγραφέας όμως όχι μόνο δεν τους απογοήτευσε, αλλά ίσως και να τους χάρισε το καλύτερο βιβλίο της σειράς, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι βρετανοί: «Κανείς δεν έκανε καλύτερη δουλειά απ’ αυτόν», γράφει η Evening Standard, ενώ η Τέλεγκραφ επισημαίνει ότι ο «Ντίβερ είναι καλύτερος στην πλοκή από τον Φλέμινγκ» και «μας αποκαλύπτει έναν Μποντ με περισσότερη Σερλοκική νοημοσύνη από τον πρωτότυπο». Η Sunday Express αρκείται στο να αναφέρει ότι «το πάντρεμα» των δυο τους «μοιάζει να είναι φτιαγμένο στον ουρανό», και να προβλέψει ότι «απ’ αυτό το βιβλίο θα προκύψει μια εξαιρετική ταινία».
Η περιπέτεια αρχίζει όταν ο Μποντ εμποδίζει την ανατίναξη ενός τρένου με τοξικά κατάλοιπα, το οποίο ταξιδεύει με προορισμό το Νόβι Σαντ στη Σερβία. Πίσω από την ματαιωμένη επίθεση κρύβεται, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ένας ιρλανδός κακοποιός ονόματι Νίαλ Νταν, ο οποίος διακρίνεται τόσο για το λαμπρό του μυαλό, όσο και για το γεγονός ότι είναι αδίστακτος, αιμοσταγής. Αυτός λοιπόν, προτού αφήσει τον τόπο του εγκλήματος και ξεφύγει μέσα από τα δάχτυλα του Μποντ, θα σπείρει μερικά πτώματα. Ανάμεσά τους θα είναι και αυτό ενός νεαρού αστυνομικού, αδελφού μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας, κάτι που θα βάλει τον 007 σε μεγάλους μπελάδες, τόσο στην αρχή, αφού αναγκάζεται ν’ αναχωρήσει εσπευσμένα από τη χώρα, όσο και στο μέλλον.
Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ο έμπειρος πράκτορας, συνεχίζει να ασχολείται με την υπόθεση, η οποία όπως θα ανακαλύψει κρύβει τρομακτικές διαστάσεις καθώς, πίσω από τον Νταν, μοιάζει να κρύβεται ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, ονόματι Χάιντ, με σκοτεινά συμφέροντα. Ωστόσο ο Μποντ, σαν πράκτορας της ΜΙ6, δεν έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με την ίδια ελευθερία που διαθέτει στο εξωτερικό, κι έτσι αναγκάζεται να συνεργαστεί με ένα πράκτορα από την ΜΙ5, ο οποίος διακρίνεται περισσότερο για τον αυτοθαυμασμό παρά για τις επιδόσεις του. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται από την πρώτη στιγμή μια αμοιβαία αντιπάθεια, που δεν έχει τόσο να κάνει με τον ανταγωνισμό των υπηρεσιών στις οποίες εργάζονται, όσο με την αντίληψή τους για τη δουλειά. Αρχίζουν λοιπόν να βάζουν ο ένας τρικλοποδιές στον άλλο, κάτι και που δε βοηθά και πολύ στην υπόθεση, που τώρα μοιάζει να κολυμπά στα βαθιά νερά της τρομοκρατίας. Σύντομα ωστόσο ο Μποντ θ’ αναχωρήσει από το Λονδίνο, ακολουθώντας τον Νταν και το αφεντικό του, με προορισμό αρχικά το Ντουμπάι και μετά τη Νότιο Αφρική, όπου θα παιχτεί και η τελευταία πράξη του δράματος. Μέχρι να γίνει φυσικά αυτό, θα πέσουν πολλοί πυροβολισμοί, θα ακουστούν αρκετές εκρήξεις και οι βότκες-μαρτίνι και οι μοιραίες γυναίκες θα έχουν την τιμητική τους, όπως και οι συζητήσεις για τη γεωπολιτική κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο. Κάπου μάλιστα, σε μια επίδειξη ίσως γνώσεων, ο συγγραφέας θα κάνει και μια αναφορά στην κλοπή του πτώματος του πρώην κύπριου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου από τον τάφο του.
Ο Τζέφρι Ντίβερ παραδίδει για μια ακόμη φορά στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό θρίλερ με αρκετές ανατροπές, αλλά με κάπως περιορισμένη, σε σχέση με τα άλλα του βιβλία, δράση. Υιοθετώντας με ιδιαίτερη ευχέρεια το βρετανικό ύφος γραφής, ασχολείται ιδιαίτερα με τους εσωτερικούς κόσμους των ηρώων του, και ο Μποντ που μας αποκαλύπτει θυμίζει λιγότερο αυτόν των ταινιών και περισσότερο τον Τζέισον Μπορν, κάποιον δηλαδή που δεν πατάει τη σκανδάλη δίχως δεύτερη σκέψη. Δίνει επίσης πιο πολύ βάρος στις διανοητικές παρά στις σωματικές ικανότητες του ήρωά του, καθώς η μάχη που αυτός δίνει με τον Νταν μοιάζει μ’ ένα παιχνίδι σκάκι, όπου ο κάθε παίκτης προσπαθεί να προβλέψει ανά πάσα στιγμή την επόμενη κίνηση του αντιπάλου του.
Το ερώτημα που θέτουν τώρα οι οπαδοί του Φλέμινγκ, αλλά και του 007, είναι: ποιος θα αναλάβει να γράψει το επόμενο βιβλίο; Ο Ντίβερ έχει ξαφνικά ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά και θα είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να τον ξεπεράσει. Πάντως αν η επιλογή ήταν δική μου θα παρέδιδα τη σκυτάλη, δίχως δεύτερη σκέψη, στον Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, που και πείρα από Ευρώπη έχει, αλλά και που ξέρει πολύ καλά πως να φτιάχνει μεγάλες περιπέτειες και να σκιαγραφεί βαθιά διαταραγμένους ή μη χαρακτήρες.
Όπως και να ’χει, αυτή ίσως να είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω την ταινία που θα γυριστεί με βάση αυτό το βιβλίο.
Όταν έγινε γνωστό ότι οι απόγονοι του Φλέμινγκ ανέθεσαν στον Ντίβερ να γράψει τη νέα περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, εκφράστηκαν αρκετές επιφυλάξεις. Ο συγγραφέας όμως όχι μόνο δεν τους απογοήτευσε, αλλά ίσως και να τους χάρισε το καλύτερο βιβλίο της σειράς, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι βρετανοί: «Κανείς δεν έκανε καλύτερη δουλειά απ’ αυτόν», γράφει η Evening Standard, ενώ η Τέλεγκραφ επισημαίνει ότι ο «Ντίβερ είναι καλύτερος στην πλοκή από τον Φλέμινγκ» και «μας αποκαλύπτει έναν Μποντ με περισσότερη Σερλοκική νοημοσύνη από τον πρωτότυπο». Η Sunday Express αρκείται στο να αναφέρει ότι «το πάντρεμα» των δυο τους «μοιάζει να είναι φτιαγμένο στον ουρανό», και να προβλέψει ότι «απ’ αυτό το βιβλίο θα προκύψει μια εξαιρετική ταινία».
Η περιπέτεια αρχίζει όταν ο Μποντ εμποδίζει την ανατίναξη ενός τρένου με τοξικά κατάλοιπα, το οποίο ταξιδεύει με προορισμό το Νόβι Σαντ στη Σερβία. Πίσω από την ματαιωμένη επίθεση κρύβεται, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ένας ιρλανδός κακοποιός ονόματι Νίαλ Νταν, ο οποίος διακρίνεται τόσο για το λαμπρό του μυαλό, όσο και για το γεγονός ότι είναι αδίστακτος, αιμοσταγής. Αυτός λοιπόν, προτού αφήσει τον τόπο του εγκλήματος και ξεφύγει μέσα από τα δάχτυλα του Μποντ, θα σπείρει μερικά πτώματα. Ανάμεσά τους θα είναι και αυτό ενός νεαρού αστυνομικού, αδελφού μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας, κάτι που θα βάλει τον 007 σε μεγάλους μπελάδες, τόσο στην αρχή, αφού αναγκάζεται ν’ αναχωρήσει εσπευσμένα από τη χώρα, όσο και στο μέλλον.
Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ο έμπειρος πράκτορας, συνεχίζει να ασχολείται με την υπόθεση, η οποία όπως θα ανακαλύψει κρύβει τρομακτικές διαστάσεις καθώς, πίσω από τον Νταν, μοιάζει να κρύβεται ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, ονόματι Χάιντ, με σκοτεινά συμφέροντα. Ωστόσο ο Μποντ, σαν πράκτορας της ΜΙ6, δεν έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με την ίδια ελευθερία που διαθέτει στο εξωτερικό, κι έτσι αναγκάζεται να συνεργαστεί με ένα πράκτορα από την ΜΙ5, ο οποίος διακρίνεται περισσότερο για τον αυτοθαυμασμό παρά για τις επιδόσεις του. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται από την πρώτη στιγμή μια αμοιβαία αντιπάθεια, που δεν έχει τόσο να κάνει με τον ανταγωνισμό των υπηρεσιών στις οποίες εργάζονται, όσο με την αντίληψή τους για τη δουλειά. Αρχίζουν λοιπόν να βάζουν ο ένας τρικλοποδιές στον άλλο, κάτι και που δε βοηθά και πολύ στην υπόθεση, που τώρα μοιάζει να κολυμπά στα βαθιά νερά της τρομοκρατίας. Σύντομα ωστόσο ο Μποντ θ’ αναχωρήσει από το Λονδίνο, ακολουθώντας τον Νταν και το αφεντικό του, με προορισμό αρχικά το Ντουμπάι και μετά τη Νότιο Αφρική, όπου θα παιχτεί και η τελευταία πράξη του δράματος. Μέχρι να γίνει φυσικά αυτό, θα πέσουν πολλοί πυροβολισμοί, θα ακουστούν αρκετές εκρήξεις και οι βότκες-μαρτίνι και οι μοιραίες γυναίκες θα έχουν την τιμητική τους, όπως και οι συζητήσεις για τη γεωπολιτική κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο. Κάπου μάλιστα, σε μια επίδειξη ίσως γνώσεων, ο συγγραφέας θα κάνει και μια αναφορά στην κλοπή του πτώματος του πρώην κύπριου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου από τον τάφο του.
Ο Τζέφρι Ντίβερ παραδίδει για μια ακόμη φορά στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό θρίλερ με αρκετές ανατροπές, αλλά με κάπως περιορισμένη, σε σχέση με τα άλλα του βιβλία, δράση. Υιοθετώντας με ιδιαίτερη ευχέρεια το βρετανικό ύφος γραφής, ασχολείται ιδιαίτερα με τους εσωτερικούς κόσμους των ηρώων του, και ο Μποντ που μας αποκαλύπτει θυμίζει λιγότερο αυτόν των ταινιών και περισσότερο τον Τζέισον Μπορν, κάποιον δηλαδή που δεν πατάει τη σκανδάλη δίχως δεύτερη σκέψη. Δίνει επίσης πιο πολύ βάρος στις διανοητικές παρά στις σωματικές ικανότητες του ήρωά του, καθώς η μάχη που αυτός δίνει με τον Νταν μοιάζει μ’ ένα παιχνίδι σκάκι, όπου ο κάθε παίκτης προσπαθεί να προβλέψει ανά πάσα στιγμή την επόμενη κίνηση του αντιπάλου του.
Το ερώτημα που θέτουν τώρα οι οπαδοί του Φλέμινγκ, αλλά και του 007, είναι: ποιος θα αναλάβει να γράψει το επόμενο βιβλίο; Ο Ντίβερ έχει ξαφνικά ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά και θα είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να τον ξεπεράσει. Πάντως αν η επιλογή ήταν δική μου θα παρέδιδα τη σκυτάλη, δίχως δεύτερη σκέψη, στον Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, που και πείρα από Ευρώπη έχει, αλλά και που ξέρει πολύ καλά πως να φτιάχνει μεγάλες περιπέτειες και να σκιαγραφεί βαθιά διαταραγμένους ή μη χαρακτήρες.
Όπως και να ’χει, αυτή ίσως να είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω την ταινία που θα γυριστεί με βάση αυτό το βιβλίο.
Karin Slaughter – Thorn in My Side
Αυτή είναι, όπως και να το δει κανείς, μια πρωτότυπη ιστορία, που κυκλοφορεί μόνο σε eBook.
Πρωταγωνιστές στο Thorn in My Side είναι δύο «ενωμένοι δίδυμοι» αδελφοί ή όπως καθιερώθηκε στα καθ’ ημάς σιαμαίοι. Οι δυο τους μοιράζονται σχεδόν όλα τα όργανα, αλλά η τύχη θέλησε να ευλογήσει τον έναν και να αδικήσει τον άλλον. Έτσι ο Κερκ είναι γοητευτικός, σκληρός, κατεργάρης, ενώ ο Γουέιν είναι άχαρος, υποχωρητικός, ντροπαλός. Μπορεί η τύχη να τους ένωσε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ευτυχισμένοι. Κάθε άλλο μάλιστα. Ο πρώτος θεωρεί τον δεύτερο παράσιτο και δεν διστάζει να του το λέει. Το ίδιο θεωρεί και ο δεύτερος τον πρώτο, αλλά το βουλώνει. Μέχρι που φτάνει μια νύχτα αλλιώτικη, μια νύχτα που θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.
Οι δυο τους, που αναγκαστικά είναι πάντα μαζί, βρίσκονται σ’ ένα κλαμπ. Ο Κερκ, όλο κέφι και χαρά χορεύει, ενώ ο κατσούφης Γουέιν βαριέται αφόρητα. Αν εξαρτιόταν από τον ίδιο θα ήταν αλλού, μα δεν έχει επιλογή, αφού από πολύ νωρίς συμφώνησαν ότι θα μοιράζονταν τις νύχτες που ο καθένας απ’ τους δυο θα έκανε το κέφι του. Απόψε λοιπόν είναι η σειρά του Κερκ, ο οποίος θέλει οπωσδήποτε να κάνει έρωτα. Κι αφού το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι καμιά «φυσιολογική» γυναίκα δεν θα κοιμόταν μαζί τους, αναγκαστικά θα ζητήσουν τις υπηρεσίες μιας πόρνης ονόματι Μίντι.
Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε τουλάχιστον ως τραγικά. Και στη διάρκειά τους θα βγουν στο φως όλες οι διαφορές ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Διαφορές που δικαιώνουν τον τίτλο του διηγήματος αφού όντως ο καθένας απ’ αυτούς είναι αγκάθι στο πλευρό του άλλου.
Η συγγραφέας μας περιγράφει με δόσεις χιούμορ, αλλά και σκοτεινές πινελιές την ψυχοσύνθεση δύο ανθρώπων που νιώθουν φυλακισμένοι μέσα σ’ ένα σώμα. Καλοσύνη και κακία, ζήλια και μεγαλοφροσύνη, μοναξιά και ξεγνοιασιά, ένα και ένα, που δεν κάνουν δύο, αλλά που προσπαθούν να χαράξουν διαφορετικές πορείες στον κόσμο. Που προσπαθούν μα δεν το μπορούν.
Ένα κείμενο ταυτόχρονα ευχάριστο και ζοφερό. Όχι για όλα τα γούστα.
Πρωταγωνιστές στο Thorn in My Side είναι δύο «ενωμένοι δίδυμοι» αδελφοί ή όπως καθιερώθηκε στα καθ’ ημάς σιαμαίοι. Οι δυο τους μοιράζονται σχεδόν όλα τα όργανα, αλλά η τύχη θέλησε να ευλογήσει τον έναν και να αδικήσει τον άλλον. Έτσι ο Κερκ είναι γοητευτικός, σκληρός, κατεργάρης, ενώ ο Γουέιν είναι άχαρος, υποχωρητικός, ντροπαλός. Μπορεί η τύχη να τους ένωσε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ευτυχισμένοι. Κάθε άλλο μάλιστα. Ο πρώτος θεωρεί τον δεύτερο παράσιτο και δεν διστάζει να του το λέει. Το ίδιο θεωρεί και ο δεύτερος τον πρώτο, αλλά το βουλώνει. Μέχρι που φτάνει μια νύχτα αλλιώτικη, μια νύχτα που θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.
Οι δυο τους, που αναγκαστικά είναι πάντα μαζί, βρίσκονται σ’ ένα κλαμπ. Ο Κερκ, όλο κέφι και χαρά χορεύει, ενώ ο κατσούφης Γουέιν βαριέται αφόρητα. Αν εξαρτιόταν από τον ίδιο θα ήταν αλλού, μα δεν έχει επιλογή, αφού από πολύ νωρίς συμφώνησαν ότι θα μοιράζονταν τις νύχτες που ο καθένας απ’ τους δυο θα έκανε το κέφι του. Απόψε λοιπόν είναι η σειρά του Κερκ, ο οποίος θέλει οπωσδήποτε να κάνει έρωτα. Κι αφού το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι καμιά «φυσιολογική» γυναίκα δεν θα κοιμόταν μαζί τους, αναγκαστικά θα ζητήσουν τις υπηρεσίες μιας πόρνης ονόματι Μίντι.
Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε τουλάχιστον ως τραγικά. Και στη διάρκειά τους θα βγουν στο φως όλες οι διαφορές ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Διαφορές που δικαιώνουν τον τίτλο του διηγήματος αφού όντως ο καθένας απ’ αυτούς είναι αγκάθι στο πλευρό του άλλου.
Η συγγραφέας μας περιγράφει με δόσεις χιούμορ, αλλά και σκοτεινές πινελιές την ψυχοσύνθεση δύο ανθρώπων που νιώθουν φυλακισμένοι μέσα σ’ ένα σώμα. Καλοσύνη και κακία, ζήλια και μεγαλοφροσύνη, μοναξιά και ξεγνοιασιά, ένα και ένα, που δεν κάνουν δύο, αλλά που προσπαθούν να χαράξουν διαφορετικές πορείες στον κόσμο. Που προσπαθούν μα δεν το μπορούν.
Ένα κείμενο ταυτόχρονα ευχάριστο και ζοφερό. Όχι για όλα τα γούστα.
Lee Child –
Το Second Son δεν είναι το καινούριο μυθιστόρημα του συγγραφέα αλλά ένα εκτενές διήγημα, που κυκλοφορεί σε ηλεκτρονική μορφή μόνο.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στην Οκινάουα της Ιαπωνίας, όπου καταφθάνει το 1974 ο δεκατριάχρονος τότε Τζακ Ρίτσερ με την οικογένειά του. Ο πατέρας του Τζακ είναι πεζοναύτης έτσι η οικογένεια αναγκάζεται να μετακινείται συχνά από το ένα μέρος στο άλλο. Η άφιξή τους στην Οκινάουα ωστόσο κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, αφού οι Αμερικανοί αρχίζουν να αντιμετωπίζουν με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία τα σχέδια της Κίνας και θέλουν να την παρακολουθούν από κοντά. Ο πατέρας του Τζακ πάει εκεί για να συνδράμει σ’ αυτή την προσπάθεια.
Η υποδοχή ωστόσο που επιφυλάσσουν τα άλλα παιδιά των στρατιωτικών τόσο στον τελευταίο, όσο και στον μεγαλύτερο αδελφό του, Τζο, κάθε άλλο παρά θερμή είναι. Κάποιοι από τους μάγκες της γειτονιάς προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν, και ο διπλωμάτης Τζο κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει τον θερμόαιμο μικρό αδελφό του από το να τους απαντήσει στα ίσα.
Σαν να μην τους έφτανε αυτό τα παιδιά σύντομα μαθαίνουν ότι πρέπει κιόλας να δώσουν εξετάσεις για να γραφτούν στο ντόπιο σχολείο, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά -άλλος μπελάς κι ετούτος- ενώ σύντομα και ο πατέρας τους θα τα βρει σκούρα καθώς θα χαθούν κάποια πολύτιμα και απόρρητα έγγραφα από το γραφείο του.
Την ίδια ώρα, ο παππούς των παιδιών από την πλευρά της μητέρας τους, ψυχορραγεί στο διαμέρισμά του στο Παρίσι και δράττοντας αυτή την ευκαιρία ο συγγραφέας ρίχνει λίγο ακόμη φως στο παρελθόν της οικογένειας.
Για λίγες μέρες τα πράγματα μοιάζουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, το ένα πρόβλημα ακολουθεί το άλλο, και στο τέλος πέφτει ο κλήρος στον Τζακ να βγάλει τα φίδια από την τρύπα – όσα μπορεί φυσικά.
Μέσω αυτή της ιστορίας παίρνουμε μια πρώτη ιδέα για το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του Τζακ Ρίτσερ, βασικού ήρωα στα μυθιστορήματα του συγγραφέα. Ίσως η γραφή εδώ να μη φτάνει στο ύψος των προσδοκιών, αλλά διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Το κακό είναι ότι τελειώνει πολύ γρήγορα. Ωστόσο στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και το πρώτο κεφάλαιο του νέου μυθιστορήματος, The Affair, κι αν μπορούμε να κρίνουμε από αυτά που διαβάζουμε, θα λέγαμε ότι μας περιμένουν μεγάλες συγκινήσεις.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στην Οκινάουα της Ιαπωνίας, όπου καταφθάνει το 1974 ο δεκατριάχρονος τότε Τζακ Ρίτσερ με την οικογένειά του. Ο πατέρας του Τζακ είναι πεζοναύτης έτσι η οικογένεια αναγκάζεται να μετακινείται συχνά από το ένα μέρος στο άλλο. Η άφιξή τους στην Οκινάουα ωστόσο κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, αφού οι Αμερικανοί αρχίζουν να αντιμετωπίζουν με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία τα σχέδια της Κίνας και θέλουν να την παρακολουθούν από κοντά. Ο πατέρας του Τζακ πάει εκεί για να συνδράμει σ’ αυτή την προσπάθεια.
Η υποδοχή ωστόσο που επιφυλάσσουν τα άλλα παιδιά των στρατιωτικών τόσο στον τελευταίο, όσο και στον μεγαλύτερο αδελφό του, Τζο, κάθε άλλο παρά θερμή είναι. Κάποιοι από τους μάγκες της γειτονιάς προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν, και ο διπλωμάτης Τζο κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει τον θερμόαιμο μικρό αδελφό του από το να τους απαντήσει στα ίσα.
Σαν να μην τους έφτανε αυτό τα παιδιά σύντομα μαθαίνουν ότι πρέπει κιόλας να δώσουν εξετάσεις για να γραφτούν στο ντόπιο σχολείο, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά -άλλος μπελάς κι ετούτος- ενώ σύντομα και ο πατέρας τους θα τα βρει σκούρα καθώς θα χαθούν κάποια πολύτιμα και απόρρητα έγγραφα από το γραφείο του.
Την ίδια ώρα, ο παππούς των παιδιών από την πλευρά της μητέρας τους, ψυχορραγεί στο διαμέρισμά του στο Παρίσι και δράττοντας αυτή την ευκαιρία ο συγγραφέας ρίχνει λίγο ακόμη φως στο παρελθόν της οικογένειας.
Για λίγες μέρες τα πράγματα μοιάζουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, το ένα πρόβλημα ακολουθεί το άλλο, και στο τέλος πέφτει ο κλήρος στον Τζακ να βγάλει τα φίδια από την τρύπα – όσα μπορεί φυσικά.
Μέσω αυτή της ιστορίας παίρνουμε μια πρώτη ιδέα για το πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του Τζακ Ρίτσερ, βασικού ήρωα στα μυθιστορήματα του συγγραφέα. Ίσως η γραφή εδώ να μη φτάνει στο ύψος των προσδοκιών, αλλά διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Το κακό είναι ότι τελειώνει πολύ γρήγορα. Ωστόσο στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και το πρώτο κεφάλαιο του νέου μυθιστορήματος, The Affair, κι αν μπορούμε να κρίνουμε από αυτά που διαβάζουμε, θα λέγαμε ότι μας περιμένουν μεγάλες συγκινήσεις.
Subscribe to:
Posts (Atom)









