Showing posts with label Jeffery Deaver. Show all posts
Showing posts with label Jeffery Deaver. Show all posts
Wednesday, June 27, 2012
Jeffery Deaver – XO
Για να πω το κρίμα μου δεν είμαι και μεγάλος οπαδός της σειράς βιβλίων του Τζέφρι Ντίβερ με πρωταγωνίστρια την κινησιολόγο Κάθριν Ντανς. Ωστόσο το XO είναι το καλύτερο από τα τρία, που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, και μπορώ να πω ειλικρινά ότι το απόλαυσα.
Είμαι σίγουρος ότι όλοι γνωρίζουν τι σημαίνει το ΧΟ το τίτλου (όχι, δεν εννοώ Χριστιανός Ορθόδοξος) οπότε θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Η Κάθριν Ντανς, πράκτορας του Γραφείου Ερευνών της Καλιφόρνιας και φανατική οπαδός των παραδοσιακών μουσικών ήχων, παίρνει λίγες ημέρες άδεια απ’ τη δουλειά και βάζει πλώρη για τις ερημιές του νότου, όπου σκοπεύει να ηχογραφήσει τη δουλειά κάποιων όχι και τόσο διάσημων μουσικών από το Μεξικό.
Στην αρχή όλα πάνε καλά: βρίσκει τους μουσικούς, ηχογραφεί κάποια από τα τραγούδια τους, τα οποία και αρχίζει να επεξεργάζεται μέχρι να αποφασίσει ποια από αυτά θα αναρτηθούν στη σχετική ιστοσελίδα που διατηρεί. Από κει, χρήστες από όλο τον κόσμο, θα μπορούν να τα κατεβάσουν έναντι κάποιου αντίτιμου, και τα λεφτά, σε μεγάλο ποσοστό θα καταλήξουν στις τσέπες των ίδιων των μουσικών.
Αλλά, ως συνήθως, όπου πηγαίνει η Ντανς, τα προβλήματα την ακολουθούν, ή, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, προηγούνται αυτής. Καθώς λοιπόν φθάνει στο Φρέσνο, για να συναντήσει την καλή της φίλη και τραγουδίστρια-σύμβολο της κάντρι-ποπ μουσικής, Κέιλι Τάουνι, μαθαίνει ότι η τελευταία περνά ζόρια.
Ένας άντρας ονόματι Έντουϊν Σαρπ, ο οποίος εδώ και μήνες έχει γίνει η σκιά κι ο εφιάλτης της, βρίσκεται στην πόλη, και η κοπέλα τρέμει στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσε να τον συναντήσει. Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν ένας από τους τεχνικούς που τη βοηθούν στις περιοδείες και τις ζωντανές εμφανίσεις της, ανακαλύπτεται νεκρός. Στην αρχή οι αστυνομικοί πιστεύουν ότι ο θάνατός του προήλθε από ατύχημα, αλλά σύντομα αλλάζουν γνώμη και αρχίζουν να μιλούν για δολοφονία.
Η Ντανς πηγαίνει εσπευσμένα στη σκηνή του εγκλήματος, αλλά οι ντόπιοι μπάτσοι δεν την υποδέχονται με ανοικτές αγκάλες. Η Κέιλι είναι το μεγάλο αστέρι και καμάρι της μικρής τους πόλης και είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να τη βοηθήσουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα χρειαστούν τις υπηρεσίες της φίλης της.
Ο βασικός ύποπτος για το έγκλημα είναι, φυσικά, ο Σαρπ, τον οποίο προσκαλούν στο τμήμα για μια φιλική συνομιλία που μετατρέπεται σε μπούμερανγκ γι’ αυτούς. Ο τελευταίος είναι πονηρός και πανέξυπνος κι εκεί που πιστεύουν ότι τον έχουν παγιδευμένο στη γωνιά, όλο και ξεγλιστράει. Ακόμη και η Ντανς, που παρακολουθεί απρόσκλητη την ανάκριση πίσω από τον καθρέφτη, δεν μπορεί στ’ αλήθεια να διαβάσει αυτό τον άντρα. Είτε είναι όντως μια ιδιοφυΐα και έχει την κατάσταση υπό απόλυτο έλεγχο, είτε, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό, είναι αθώος.
Όπως θα περίμενε κανείς τα πράγματα σύντομα θ’ αρχίσουν να πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο και οι αστυνομικοί θα τα κάνουν θάλασσα ξανά και ξανά, οπότε, θέλοντας και μη, θα ζητήσουν τα φώτα της Ντανς. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, η υπόθεση θα γίνει τόσο περίπλοκη και θ’ αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις, που ούτε κι αυτή ακόμη δεν θα ξέρει πια που πατά και που πηγαίνει.
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον Σαρπ, αλλά πέρα απ’ την παρουσία του στην πόλη και τις υποψίες των αστυνομικών, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο που να αποδεικνύει ή έστω να υποδεικνύει την ενοχή του. Μήπως εμπλέκονται και κάποιοι άλλοι στην υπόθεση; Κι αν ναι, ποιος είναι ο εγκέφαλος που κρύβεται πίσω απ’ όλ’ αυτά που συμβαίνουν;
Όσο περνούν οι μέρες τόσο τα ερωτήματα αυξάνονται και οι απαντήσεις όλο και λιγοστεύουν. Τότε ακριβώς η βοηθός αποφασίζει ότι χρειάζεται κι η ίδια βοήθεια, κι έτσι σύντομα καταφθάνει στην πόλη το, ποιητική αδεία, ιππικό. Μιλάμε για τον Λίνκολν Ράιμ και την Αμέλια Σας φυσικά, που ως συνήθως καταφέρνουν σχεδόν σε χρόνο μηδέν να φέρουν στο φως κάποια στοιχεία, τα οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμεναν στο σκοτάδι.
Το ΧΟ είναι ένα πολύ καλό θρίλερ, το οποίο συνοδεύουν οι στίχοι ενός ολόκληρου άλμπουμ κάντρι μουσικής, που έγραψε ο πολυτάλαντος συγγραφέας. Ο Ντίβερ, όπως διαβάζουμε στο ίντερνετ, βρίσκεται αυτές τις μέρες σε περιοδεία με την τραγουδίστρια Treva Blomquist, που ερμηνεύει τα εν λόγω κομμάτια.
Monday, April 2, 2012
Jeffery Deaver - Twisted & More Twisted
Τον τελευταίο καιρό, για κάποιο όχι ανεξήγητο λόγο, το έχει ρίξει και πάλι στη σύγχρονη αμερικάνικη αστυνομική λογοτεχνία. Όπως ανέφερα, αν θυμάμαι καλά, και σε κάποιο προηγούμενο σημείωμα, αγαπημένος μου συγγραφέας του είδους είναι ο κύριος που έγραψε το The Bone Collector, Τζέφρι Ντίβερ.
Τα βιβλία Twisted και More Twisted είναι οι μοναδικές συλλογές διηγημάτων που έχει κυκλοφορήσει και μπορώ να πω ότι με έχουν εκπλήξει ευχάριστα. Όχι τόσο με τη θεματολογία τους όσο με το ότι εδώ νικούν σχεδόν πάντα, κατά κράτος, οι κακοί.
Δεν ξέρω, ίσως, λέω ίσως, μ’ αυτές τις ιστορίες ο Ντίβερ να βγάζει κατά κάποιο τρόπο τα απωθημένα του, αφού στη σύγχρονη αμερικανική αγορά λογοτεχνίας, όπως και στον κινηματογράφο άλλωστε, οφείλει σχεδόν πάντα να επικρατεί το καλό.
Τα διηγήματα που απαρτίζουν τα δύο βιβλία μοιάζουν να κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη. Είναι αστυνομικές ιστορίες, αλλά δίχως την αγωνία και τις συνεχείς ανατροπές που παρατηρούμε στα μυθιστορήματα του Ντίβερ. Φυσικά σχεδόν ποτέ αυτό που φαίνεται δεν είναι αυτό που είναι, αλλά και οι χαρακτήρες που αναπτύσσονται εδώ δε μένουν για πολύ στη σκέψη του αναγνώστη, καθώς αυτός βιάζεται να προχωρήσει στην επόμενη ιστορία.
Προσπαθώντας να θυμηθούμε τις καλύτερες στιγμές αυτών των βιβλίων το μυαλό μας ταξιδεύει στις δύο ιστορίες με τον αγαπημένο πρωταγωνιστή του συγγραφέα, τον τετραπληγικό Λίνκολν Ράιμ, καθώς και στο διήγημα που ανοίγει την πρώτη συλλογή, όπου μια γυναίκα προσλαμβάνει ένα επαγγελματία δολοφόνο για να σκοτώσει τον άντρα της που την απατά. Η καλύτερη ιστορία όμως, θα λέγαμε πως είναι εκείνη που πρωταγωνιστεί ο διάσημος Σέρλοκ Χολμς, όπου για πρώτη φορά, ίσως, στα χρονικά, ο καλός ντετέκτιβ βρίσκει το μάστορά του στο πρόσωπο ενός παλαιοπώλη.
Ωστόσο και τα δύο βιβλία, από την αρχή μέχρι το τέλος, διαβάζονται γρήγορα και ευχάριστα.
Friday, February 24, 2012
Jeffery Deaver – Carte Blanche
Το όνομά του είναι Μποντ. Τζέφρι Μποντ. Ξεκινάμε το κείμενο με μια μικρή υπερβολή, αφού ο καλός συγγραφέας με το Carte Blanche μοιάζει να ξαναδημιουργεί τον γνωστό πράκτορα από την αρχή, να του δίνει ζωή στη νέα εποχή. Σε μια εποχή όπου τα σύνορα είναι αόρατα, η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, και οι διαφορές ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς είναι πια δυσδιάκριτες.
Όταν έγινε γνωστό ότι οι απόγονοι του Φλέμινγκ ανέθεσαν στον Ντίβερ να γράψει τη νέα περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, εκφράστηκαν αρκετές επιφυλάξεις. Ο συγγραφέας όμως όχι μόνο δεν τους απογοήτευσε, αλλά ίσως και να τους χάρισε το καλύτερο βιβλίο της σειράς, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι βρετανοί: «Κανείς δεν έκανε καλύτερη δουλειά απ’ αυτόν», γράφει η Evening Standard, ενώ η Τέλεγκραφ επισημαίνει ότι ο «Ντίβερ είναι καλύτερος στην πλοκή από τον Φλέμινγκ» και «μας αποκαλύπτει έναν Μποντ με περισσότερη Σερλοκική νοημοσύνη από τον πρωτότυπο». Η Sunday Express αρκείται στο να αναφέρει ότι «το πάντρεμα» των δυο τους «μοιάζει να είναι φτιαγμένο στον ουρανό», και να προβλέψει ότι «απ’ αυτό το βιβλίο θα προκύψει μια εξαιρετική ταινία».
Η περιπέτεια αρχίζει όταν ο Μποντ εμποδίζει την ανατίναξη ενός τρένου με τοξικά κατάλοιπα, το οποίο ταξιδεύει με προορισμό το Νόβι Σαντ στη Σερβία. Πίσω από την ματαιωμένη επίθεση κρύβεται, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ένας ιρλανδός κακοποιός ονόματι Νίαλ Νταν, ο οποίος διακρίνεται τόσο για το λαμπρό του μυαλό, όσο και για το γεγονός ότι είναι αδίστακτος, αιμοσταγής. Αυτός λοιπόν, προτού αφήσει τον τόπο του εγκλήματος και ξεφύγει μέσα από τα δάχτυλα του Μποντ, θα σπείρει μερικά πτώματα. Ανάμεσά τους θα είναι και αυτό ενός νεαρού αστυνομικού, αδελφού μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας, κάτι που θα βάλει τον 007 σε μεγάλους μπελάδες, τόσο στην αρχή, αφού αναγκάζεται ν’ αναχωρήσει εσπευσμένα από τη χώρα, όσο και στο μέλλον.
Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ο έμπειρος πράκτορας, συνεχίζει να ασχολείται με την υπόθεση, η οποία όπως θα ανακαλύψει κρύβει τρομακτικές διαστάσεις καθώς, πίσω από τον Νταν, μοιάζει να κρύβεται ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, ονόματι Χάιντ, με σκοτεινά συμφέροντα. Ωστόσο ο Μποντ, σαν πράκτορας της ΜΙ6, δεν έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με την ίδια ελευθερία που διαθέτει στο εξωτερικό, κι έτσι αναγκάζεται να συνεργαστεί με ένα πράκτορα από την ΜΙ5, ο οποίος διακρίνεται περισσότερο για τον αυτοθαυμασμό παρά για τις επιδόσεις του. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται από την πρώτη στιγμή μια αμοιβαία αντιπάθεια, που δεν έχει τόσο να κάνει με τον ανταγωνισμό των υπηρεσιών στις οποίες εργάζονται, όσο με την αντίληψή τους για τη δουλειά. Αρχίζουν λοιπόν να βάζουν ο ένας τρικλοποδιές στον άλλο, κάτι και που δε βοηθά και πολύ στην υπόθεση, που τώρα μοιάζει να κολυμπά στα βαθιά νερά της τρομοκρατίας. Σύντομα ωστόσο ο Μποντ θ’ αναχωρήσει από το Λονδίνο, ακολουθώντας τον Νταν και το αφεντικό του, με προορισμό αρχικά το Ντουμπάι και μετά τη Νότιο Αφρική, όπου θα παιχτεί και η τελευταία πράξη του δράματος. Μέχρι να γίνει φυσικά αυτό, θα πέσουν πολλοί πυροβολισμοί, θα ακουστούν αρκετές εκρήξεις και οι βότκες-μαρτίνι και οι μοιραίες γυναίκες θα έχουν την τιμητική τους, όπως και οι συζητήσεις για τη γεωπολιτική κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο. Κάπου μάλιστα, σε μια επίδειξη ίσως γνώσεων, ο συγγραφέας θα κάνει και μια αναφορά στην κλοπή του πτώματος του πρώην κύπριου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου από τον τάφο του.
Ο Τζέφρι Ντίβερ παραδίδει για μια ακόμη φορά στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό θρίλερ με αρκετές ανατροπές, αλλά με κάπως περιορισμένη, σε σχέση με τα άλλα του βιβλία, δράση. Υιοθετώντας με ιδιαίτερη ευχέρεια το βρετανικό ύφος γραφής, ασχολείται ιδιαίτερα με τους εσωτερικούς κόσμους των ηρώων του, και ο Μποντ που μας αποκαλύπτει θυμίζει λιγότερο αυτόν των ταινιών και περισσότερο τον Τζέισον Μπορν, κάποιον δηλαδή που δεν πατάει τη σκανδάλη δίχως δεύτερη σκέψη. Δίνει επίσης πιο πολύ βάρος στις διανοητικές παρά στις σωματικές ικανότητες του ήρωά του, καθώς η μάχη που αυτός δίνει με τον Νταν μοιάζει μ’ ένα παιχνίδι σκάκι, όπου ο κάθε παίκτης προσπαθεί να προβλέψει ανά πάσα στιγμή την επόμενη κίνηση του αντιπάλου του.
Το ερώτημα που θέτουν τώρα οι οπαδοί του Φλέμινγκ, αλλά και του 007, είναι: ποιος θα αναλάβει να γράψει το επόμενο βιβλίο; Ο Ντίβερ έχει ξαφνικά ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά και θα είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να τον ξεπεράσει. Πάντως αν η επιλογή ήταν δική μου θα παρέδιδα τη σκυτάλη, δίχως δεύτερη σκέψη, στον Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, που και πείρα από Ευρώπη έχει, αλλά και που ξέρει πολύ καλά πως να φτιάχνει μεγάλες περιπέτειες και να σκιαγραφεί βαθιά διαταραγμένους ή μη χαρακτήρες.
Όπως και να ’χει, αυτή ίσως να είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω την ταινία που θα γυριστεί με βάση αυτό το βιβλίο.
Όταν έγινε γνωστό ότι οι απόγονοι του Φλέμινγκ ανέθεσαν στον Ντίβερ να γράψει τη νέα περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, εκφράστηκαν αρκετές επιφυλάξεις. Ο συγγραφέας όμως όχι μόνο δεν τους απογοήτευσε, αλλά ίσως και να τους χάρισε το καλύτερο βιβλίο της σειράς, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι βρετανοί: «Κανείς δεν έκανε καλύτερη δουλειά απ’ αυτόν», γράφει η Evening Standard, ενώ η Τέλεγκραφ επισημαίνει ότι ο «Ντίβερ είναι καλύτερος στην πλοκή από τον Φλέμινγκ» και «μας αποκαλύπτει έναν Μποντ με περισσότερη Σερλοκική νοημοσύνη από τον πρωτότυπο». Η Sunday Express αρκείται στο να αναφέρει ότι «το πάντρεμα» των δυο τους «μοιάζει να είναι φτιαγμένο στον ουρανό», και να προβλέψει ότι «απ’ αυτό το βιβλίο θα προκύψει μια εξαιρετική ταινία».
Η περιπέτεια αρχίζει όταν ο Μποντ εμποδίζει την ανατίναξη ενός τρένου με τοξικά κατάλοιπα, το οποίο ταξιδεύει με προορισμό το Νόβι Σαντ στη Σερβία. Πίσω από την ματαιωμένη επίθεση κρύβεται, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ένας ιρλανδός κακοποιός ονόματι Νίαλ Νταν, ο οποίος διακρίνεται τόσο για το λαμπρό του μυαλό, όσο και για το γεγονός ότι είναι αδίστακτος, αιμοσταγής. Αυτός λοιπόν, προτού αφήσει τον τόπο του εγκλήματος και ξεφύγει μέσα από τα δάχτυλα του Μποντ, θα σπείρει μερικά πτώματα. Ανάμεσά τους θα είναι και αυτό ενός νεαρού αστυνομικού, αδελφού μέλους των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας, κάτι που θα βάλει τον 007 σε μεγάλους μπελάδες, τόσο στην αρχή, αφού αναγκάζεται ν’ αναχωρήσει εσπευσμένα από τη χώρα, όσο και στο μέλλον.
Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ο έμπειρος πράκτορας, συνεχίζει να ασχολείται με την υπόθεση, η οποία όπως θα ανακαλύψει κρύβει τρομακτικές διαστάσεις καθώς, πίσω από τον Νταν, μοιάζει να κρύβεται ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, ονόματι Χάιντ, με σκοτεινά συμφέροντα. Ωστόσο ο Μποντ, σαν πράκτορας της ΜΙ6, δεν έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με την ίδια ελευθερία που διαθέτει στο εξωτερικό, κι έτσι αναγκάζεται να συνεργαστεί με ένα πράκτορα από την ΜΙ5, ο οποίος διακρίνεται περισσότερο για τον αυτοθαυμασμό παρά για τις επιδόσεις του. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται από την πρώτη στιγμή μια αμοιβαία αντιπάθεια, που δεν έχει τόσο να κάνει με τον ανταγωνισμό των υπηρεσιών στις οποίες εργάζονται, όσο με την αντίληψή τους για τη δουλειά. Αρχίζουν λοιπόν να βάζουν ο ένας τρικλοποδιές στον άλλο, κάτι και που δε βοηθά και πολύ στην υπόθεση, που τώρα μοιάζει να κολυμπά στα βαθιά νερά της τρομοκρατίας. Σύντομα ωστόσο ο Μποντ θ’ αναχωρήσει από το Λονδίνο, ακολουθώντας τον Νταν και το αφεντικό του, με προορισμό αρχικά το Ντουμπάι και μετά τη Νότιο Αφρική, όπου θα παιχτεί και η τελευταία πράξη του δράματος. Μέχρι να γίνει φυσικά αυτό, θα πέσουν πολλοί πυροβολισμοί, θα ακουστούν αρκετές εκρήξεις και οι βότκες-μαρτίνι και οι μοιραίες γυναίκες θα έχουν την τιμητική τους, όπως και οι συζητήσεις για τη γεωπολιτική κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο. Κάπου μάλιστα, σε μια επίδειξη ίσως γνώσεων, ο συγγραφέας θα κάνει και μια αναφορά στην κλοπή του πτώματος του πρώην κύπριου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου από τον τάφο του.
Ο Τζέφρι Ντίβερ παραδίδει για μια ακόμη φορά στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό θρίλερ με αρκετές ανατροπές, αλλά με κάπως περιορισμένη, σε σχέση με τα άλλα του βιβλία, δράση. Υιοθετώντας με ιδιαίτερη ευχέρεια το βρετανικό ύφος γραφής, ασχολείται ιδιαίτερα με τους εσωτερικούς κόσμους των ηρώων του, και ο Μποντ που μας αποκαλύπτει θυμίζει λιγότερο αυτόν των ταινιών και περισσότερο τον Τζέισον Μπορν, κάποιον δηλαδή που δεν πατάει τη σκανδάλη δίχως δεύτερη σκέψη. Δίνει επίσης πιο πολύ βάρος στις διανοητικές παρά στις σωματικές ικανότητες του ήρωά του, καθώς η μάχη που αυτός δίνει με τον Νταν μοιάζει μ’ ένα παιχνίδι σκάκι, όπου ο κάθε παίκτης προσπαθεί να προβλέψει ανά πάσα στιγμή την επόμενη κίνηση του αντιπάλου του.
Το ερώτημα που θέτουν τώρα οι οπαδοί του Φλέμινγκ, αλλά και του 007, είναι: ποιος θα αναλάβει να γράψει το επόμενο βιβλίο; Ο Ντίβερ έχει ξαφνικά ανεβάσει τον πήχη πολύ ψηλά και θα είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να τον ξεπεράσει. Πάντως αν η επιλογή ήταν δική μου θα παρέδιδα τη σκυτάλη, δίχως δεύτερη σκέψη, στον Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, που και πείρα από Ευρώπη έχει, αλλά και που ξέρει πολύ καλά πως να φτιάχνει μεγάλες περιπέτειες και να σκιαγραφεί βαθιά διαταραγμένους ή μη χαρακτήρες.
Όπως και να ’χει, αυτή ίσως να είναι η πρώτη φορά που ανυπομονώ να δω την ταινία που θα γυριστεί με βάση αυτό το βιβλίο.
Jeffery Deaver – Edge
Ο καλός συγγραφέας αφήνει για λίγο καιρό εκτός παιχνιδιού τους αγαπημένους του ήρωες, τον τετραπληγικό εγκληματολόγο Λίνκολν Ράιμ και την κινησιολόγο Κάθριν Ντανς στο Edge, για να καταπιαστεί με τις περιπέτειες του Κόρτ, κάποιου που δουλεύει σε μια υπηρεσία προστασίας μαρτύρων.
Ο Κορτ αναλαμβάνει την προστασία της οικογένειας του Ράιαν Κέσσλερ, ενός παρασημοφορημένου αστυνομικού που βρίσκεται στο στόχαστρο ενός ακόμη άγνωστου εχθρού, αφού μοιάζει να έχει στην κατοχή του κάποια τρομέρα μυστικά. Ο άνθρωπος που ανέλαβε τον εντοπισμό και ανάκριση του τελευταίου είναι ο Φρανκ Λάβινγκ, παλιός γνώριμος και ορκισμένος εχθρός του Κορτ, αφού λίγα χρόνια πριν είχε σκοτώσει τον μέντορά του.
Οι δύο άντρες, καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης, μοιάζουν να παίζουν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Ο καθένας προσπαθεί να μπει στο μυαλό του άλλου και να μαντέψει την επόμενη κίνησή του, με αποτέλεσμα οι ανατροπές ν’ ακολουθούν η μια την άλλη. Ωστόσο ο Λάβινγκ μοιάζει να έχει πάντα το πάνω χέρι, κι ο Κορτ δε διστάζει κρυφά να εκφράσει το θαυμασμό του για τις αναλυτικές του ικανότητες. Ικανότητες τις οποίες έχει αναπτύξει ικανοποιητικά κι ο ίδιος παίζοντας παιχνίδια στρατηγικής.
Καθώς ο χρόνος κυλά σε βασανιστικά αργούς βαθμούς για την οικογένεια, η δράση γίνεται όλο και πιο καταιγιστική, ενώ πολλά μυστικά και ψέματα βγαίνουν στην επιφάνεια. Όπως αποκαλύπτεται το ένα από τα άτομα που έχει θέσει υπό την προστασία του δεν είναι ακριβώς αυτό που λέει, ενώ τα άλλα δύο με τα καμώματα και τις εμμονές τους κάθε άλλο παρά διευκολύνουν το έργο του, συμπεριφέρονται λες και θέλουν να πεθάνουν. Ο Κορτ λοιπόν επιδίδεται σ’ ένα εξουθενωτικό αγώνα δρόμου, τόσο για να εξουδετερώσει τον Λάβινγκ και να προστατεύσει την οικογένεια, όσο και για να τα βγάλει πέρα με κάποιους που μοιάζουν να το έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους να του ροκανίσουν την καρέκλα. Σ’ αυτό το μοναχικό ουσιαστικά αγώνα θα έχει μοναδικούς του συμμάχους τη νεαρή υψηλής νοημοσύνης συνεργάτιδά του, Ντουμπόις και το αφεντικό του, που παρόλες τις πιέσεις που δέχεται εξακολουθεί να τον στηρίζει.
Από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή όλα μοιάζουν να κρέμονται από μία κλωστή: η καριέρα του Κορτ, η οικογένεια τον Κέσσλερ, οι ελπίδες για εκδίκηση και εξιλέωση κάποιων από τους ήρωες, η ζωή μίας από αυτούς. Ο συγγραφέας εκτός από το να μας συνεπαίρνει με τις σκηνές δράσης, που διατρέχουν ολόκληρη την αφήγηση, καταπιάνεται και με τον ψυχικό κόσμο των ηρώων του – ένα κόσμο γυάλινο, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει και να γίνει κομμάτια. Τα ψυχολογικά πορτρέτα που δημιουργεί είναι καλά δουλεμένα, οι χαρακτήρες του ζωντανεύουν στο χαρτί αβίαστα, με όλα τα λάθη και τα πάθη τους.
Αυτό ίσως να είναι ένα από τα λίγα βιβλία του Ντίβερ, που αν μεταφέρονταν στη μεγάλη οθόνη θα… ευτυχούσαν. Θυμίζω ότι τα δύο μυθιστορήματά του που έχουν διασκευαστεί μέχρι τώρα, μάλλον ατύχησαν στη μεταφορά τους: Ο «Συλλέκτης οστών» μετριότατος, «σκότωσε» το βιβλίο, ενώ δεν ήταν και πολύ καλύτερο το A Maiden’s Grave, που έγινε ταινία από το HBO.
Το επόμενο μυθιστόρημά του, που θα καταπιάνεται με τις νέες περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ, αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Μάιο.
Ο Κορτ αναλαμβάνει την προστασία της οικογένειας του Ράιαν Κέσσλερ, ενός παρασημοφορημένου αστυνομικού που βρίσκεται στο στόχαστρο ενός ακόμη άγνωστου εχθρού, αφού μοιάζει να έχει στην κατοχή του κάποια τρομέρα μυστικά. Ο άνθρωπος που ανέλαβε τον εντοπισμό και ανάκριση του τελευταίου είναι ο Φρανκ Λάβινγκ, παλιός γνώριμος και ορκισμένος εχθρός του Κορτ, αφού λίγα χρόνια πριν είχε σκοτώσει τον μέντορά του.
Οι δύο άντρες, καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης, μοιάζουν να παίζουν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Ο καθένας προσπαθεί να μπει στο μυαλό του άλλου και να μαντέψει την επόμενη κίνησή του, με αποτέλεσμα οι ανατροπές ν’ ακολουθούν η μια την άλλη. Ωστόσο ο Λάβινγκ μοιάζει να έχει πάντα το πάνω χέρι, κι ο Κορτ δε διστάζει κρυφά να εκφράσει το θαυμασμό του για τις αναλυτικές του ικανότητες. Ικανότητες τις οποίες έχει αναπτύξει ικανοποιητικά κι ο ίδιος παίζοντας παιχνίδια στρατηγικής.
Καθώς ο χρόνος κυλά σε βασανιστικά αργούς βαθμούς για την οικογένεια, η δράση γίνεται όλο και πιο καταιγιστική, ενώ πολλά μυστικά και ψέματα βγαίνουν στην επιφάνεια. Όπως αποκαλύπτεται το ένα από τα άτομα που έχει θέσει υπό την προστασία του δεν είναι ακριβώς αυτό που λέει, ενώ τα άλλα δύο με τα καμώματα και τις εμμονές τους κάθε άλλο παρά διευκολύνουν το έργο του, συμπεριφέρονται λες και θέλουν να πεθάνουν. Ο Κορτ λοιπόν επιδίδεται σ’ ένα εξουθενωτικό αγώνα δρόμου, τόσο για να εξουδετερώσει τον Λάβινγκ και να προστατεύσει την οικογένεια, όσο και για να τα βγάλει πέρα με κάποιους που μοιάζουν να το έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους να του ροκανίσουν την καρέκλα. Σ’ αυτό το μοναχικό ουσιαστικά αγώνα θα έχει μοναδικούς του συμμάχους τη νεαρή υψηλής νοημοσύνης συνεργάτιδά του, Ντουμπόις και το αφεντικό του, που παρόλες τις πιέσεις που δέχεται εξακολουθεί να τον στηρίζει.
Από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή όλα μοιάζουν να κρέμονται από μία κλωστή: η καριέρα του Κορτ, η οικογένεια τον Κέσσλερ, οι ελπίδες για εκδίκηση και εξιλέωση κάποιων από τους ήρωες, η ζωή μίας από αυτούς. Ο συγγραφέας εκτός από το να μας συνεπαίρνει με τις σκηνές δράσης, που διατρέχουν ολόκληρη την αφήγηση, καταπιάνεται και με τον ψυχικό κόσμο των ηρώων του – ένα κόσμο γυάλινο, που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει και να γίνει κομμάτια. Τα ψυχολογικά πορτρέτα που δημιουργεί είναι καλά δουλεμένα, οι χαρακτήρες του ζωντανεύουν στο χαρτί αβίαστα, με όλα τα λάθη και τα πάθη τους.
Αυτό ίσως να είναι ένα από τα λίγα βιβλία του Ντίβερ, που αν μεταφέρονταν στη μεγάλη οθόνη θα… ευτυχούσαν. Θυμίζω ότι τα δύο μυθιστορήματά του που έχουν διασκευαστεί μέχρι τώρα, μάλλον ατύχησαν στη μεταφορά τους: Ο «Συλλέκτης οστών» μετριότατος, «σκότωσε» το βιβλίο, ενώ δεν ήταν και πολύ καλύτερο το A Maiden’s Grave, που έγινε ταινία από το HBO.
Το επόμενο μυθιστόρημά του, που θα καταπιάνεται με τις νέες περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ, αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Μάιο.
Jeffery Deaver – The Burning Wire
Τελικά ο Λίνκολν Ράιμ είναι ο μυθιστορηματικός ήρωας που δε σώζει τόσο τους άλλους, όσο το δημιουργό του. Το λέω αυτό αφού στο The Burning Wire, νέο μυθιστόρημα του Τζέφρι Ντίβερ ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με κάτι που μοιάζει με νεκρανάσταση του συγγραφέα, ο οποίος με τα δύο τελευταία του μυθιστορήματα φαίνονταν να έχει πάρει την κάτω βόλτα. Ο Ράιμ μοιάζει να παραδίδει μαθήματα στον Ντίβερ για το πώς γράφεται ένα συναρπαστικό θρίλερ και τα καταφέρνει πολύ καλά μάλιστα. Ναι, ξέρω, κουφό ακούγεται αυτό, αλλά τι σημασία έχει; Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στο The Burning Wire συναντάμε και πάλι εκείνο τον εξαιρετικό συγγραφέα, που πρωτογνωρίσαμε στις πρώτες περιπέτειες του Ράιμ, αλλά και της… συνταξιούχου πια Ρουν.
Ο τετραπληγικός Ράιμ, που μοιάζει να περνάει μία ακόμη υπαρξιακή κρίση, τον τελευταίο καιρό δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει και απλά πλήττει. «Δώσε με μια υπόθεση να λύσω και πάρε μου την ψυχή», μοιάζει να σκέφτεται. Και ο δημιουργός του δε του χαλά το χατίρι, αφού του δίνει όχι μόνο μία αλλά δύο, εξίσου σημαντικές υποθέσεις. Η μια, που διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, αφορά τις παρανοϊκές πράξεις κάποιου δυσαρεστημένου υπαλλήλου μιας ηλεκτρικής εταιρείας, που βάζει στο στόχαστρο αθώους ανθρώπους σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει το κοινό στους κίνδυνους της υπερκατανάλωσης ενέργειας και η δεύτερη, έχει να κάνει μ’ ένα παλιό γνώριμο του Ράιμ, τον «Ωρολογά», που έχει πάει στο Μεξικό για να δολοφονήσει κάποιον.
Η πρώτη υπόθεση είναι και η πιο σημαντική, αφού όλοι φοβούνται ότι πίσω από τις πράξεις του δολοφόνου, κρύβεται κάποια τρομοκρατική οργάνωση, που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τον ηλεκτρισμό σαν όπλο μαζικής καταστροφής – ένα όπλο τρομακτικό, αφού στόχος του μπορεί να είναι ο καθένας μια κι ο ηλεκτρισμός υπάρχει σε κάθε σπίτι, σε κάθε υποδομή, στους δρόμους, στις πλατείες, ακόμη και στους υπονόμους. Ο άγνωστος αρχικά δράστης μοιάζει να ενεργεί βάσει σχεδίου, να κινείται σα φαντομάς, δίχως να αφήνει ίχνη πίσω του, κάτι που μαρτυρεί υψηλό δείκτη νοημοσύνης και που αναγκάζει τους διώκτες του να τον πάρουν στα σοβαρά. Ενώ ο Ράιμ προσπαθεί να δέσει τα ανύπαρκτα σχεδόν στοιχεία για να λύσει το γρίφο, ένας παλιός του και παλιός μας γνώριμος, ο ντετέκτιβ Φρεντ Ντελρέι, προσπαθεί να μάθει ό,τι μπορεί απ’ τους πληροφοριοδότες του στο δρόμο, ενώ οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες επιχειρούν να ψαρέψουν στοιχεία από το διαδίκτυο. Τίποτα όμως δεν είναι όπως δείχνει κι έτσι η μία ανατροπή θ’ αρχίσει να διαδέχεται την άλλη, μέχρι που τελικά θα δοθεί η απροσδόκητη λύση. Στο μεταξύ ο αναγνώστης θα μάθει ένα σωρό πράγματα για τον ηλεκτρισμό (ίσως περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε να ξέρει), θα δει να ξετυλίγονται μπροστά του δράματα και να τίθενται νέα ερωτήματα, τα οποία φέρνουν κάποιους απ’ τους πρωταγωνιστές αντιμέτωπους με τους προσωπικούς τους δαίμονες. Στο μεταξύ στο Μεξικό επίκειται μια μεγάλη καταστροφή, που μόνο το εύστροφο μυαλό του Ράιμ μπορεί να αποτρέψει.
Ο Ντίβερ παίζει πολύ έξυπνα τα χαρτιά του. Ρίχνει υποψίες από δω κι από κει, αφήνει να διαρρεύσουν κάποια μικρά μυστικά για να παρασύρει τις σκέψεις του αναγνώστη αλλού και βασανίζει τους ήρωές του, φέρνοντάς τους πολλές φορές στα όρια της απόγνωσης. Η συνταγή είναι παλιά, δοκιμασμένη και σ’ αυτό το βιβλίο απόλυτα επιτυχημένη. Ένα συναρπαστικό θρίλερ, που μετά τις πρώτες σελίδες, κινείται σε καταιγιστικούς ρυθμούς, λες και οι ήρωες προσπαθούν να προλάβουν κάποια αντίστροφη μέτρηση, προσφέροντας στους φίλους της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.
Ο τετραπληγικός Ράιμ, που μοιάζει να περνάει μία ακόμη υπαρξιακή κρίση, τον τελευταίο καιρό δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει και απλά πλήττει. «Δώσε με μια υπόθεση να λύσω και πάρε μου την ψυχή», μοιάζει να σκέφτεται. Και ο δημιουργός του δε του χαλά το χατίρι, αφού του δίνει όχι μόνο μία αλλά δύο, εξίσου σημαντικές υποθέσεις. Η μια, που διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, αφορά τις παρανοϊκές πράξεις κάποιου δυσαρεστημένου υπαλλήλου μιας ηλεκτρικής εταιρείας, που βάζει στο στόχαστρο αθώους ανθρώπους σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει το κοινό στους κίνδυνους της υπερκατανάλωσης ενέργειας και η δεύτερη, έχει να κάνει μ’ ένα παλιό γνώριμο του Ράιμ, τον «Ωρολογά», που έχει πάει στο Μεξικό για να δολοφονήσει κάποιον.
Η πρώτη υπόθεση είναι και η πιο σημαντική, αφού όλοι φοβούνται ότι πίσω από τις πράξεις του δολοφόνου, κρύβεται κάποια τρομοκρατική οργάνωση, που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τον ηλεκτρισμό σαν όπλο μαζικής καταστροφής – ένα όπλο τρομακτικό, αφού στόχος του μπορεί να είναι ο καθένας μια κι ο ηλεκτρισμός υπάρχει σε κάθε σπίτι, σε κάθε υποδομή, στους δρόμους, στις πλατείες, ακόμη και στους υπονόμους. Ο άγνωστος αρχικά δράστης μοιάζει να ενεργεί βάσει σχεδίου, να κινείται σα φαντομάς, δίχως να αφήνει ίχνη πίσω του, κάτι που μαρτυρεί υψηλό δείκτη νοημοσύνης και που αναγκάζει τους διώκτες του να τον πάρουν στα σοβαρά. Ενώ ο Ράιμ προσπαθεί να δέσει τα ανύπαρκτα σχεδόν στοιχεία για να λύσει το γρίφο, ένας παλιός του και παλιός μας γνώριμος, ο ντετέκτιβ Φρεντ Ντελρέι, προσπαθεί να μάθει ό,τι μπορεί απ’ τους πληροφοριοδότες του στο δρόμο, ενώ οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες επιχειρούν να ψαρέψουν στοιχεία από το διαδίκτυο. Τίποτα όμως δεν είναι όπως δείχνει κι έτσι η μία ανατροπή θ’ αρχίσει να διαδέχεται την άλλη, μέχρι που τελικά θα δοθεί η απροσδόκητη λύση. Στο μεταξύ ο αναγνώστης θα μάθει ένα σωρό πράγματα για τον ηλεκτρισμό (ίσως περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε να ξέρει), θα δει να ξετυλίγονται μπροστά του δράματα και να τίθενται νέα ερωτήματα, τα οποία φέρνουν κάποιους απ’ τους πρωταγωνιστές αντιμέτωπους με τους προσωπικούς τους δαίμονες. Στο μεταξύ στο Μεξικό επίκειται μια μεγάλη καταστροφή, που μόνο το εύστροφο μυαλό του Ράιμ μπορεί να αποτρέψει.
Ο Ντίβερ παίζει πολύ έξυπνα τα χαρτιά του. Ρίχνει υποψίες από δω κι από κει, αφήνει να διαρρεύσουν κάποια μικρά μυστικά για να παρασύρει τις σκέψεις του αναγνώστη αλλού και βασανίζει τους ήρωές του, φέρνοντάς τους πολλές φορές στα όρια της απόγνωσης. Η συνταγή είναι παλιά, δοκιμασμένη και σ’ αυτό το βιβλίο απόλυτα επιτυχημένη. Ένα συναρπαστικό θρίλερ, που μετά τις πρώτες σελίδες, κινείται σε καταιγιστικούς ρυθμούς, λες και οι ήρωες προσπαθούν να προλάβουν κάποια αντίστροφη μέτρηση, προσφέροντας στους φίλους της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.
Jeffery Deaver – Roadside Crosses
Δεν μπορώ να πω ότι δεν το περίμενα: Ο Τζέφρι Ντίβερ άρχισε να κάνει κοιλιά! Όχι κυριολεκτικά βέβαια (ίσως και κυριολεκτικά, δεν ξέρω), αλλά στη γραφή του. Το νέο του βιβλίο με τίτλο Roadside Crosses θυμίζει σε όλα τα παλιά του, και έτσι τίποτα απ’ αυτά που παρουσιάζει εδώ δε μοιάζει να μας εκπλήσσει πια. Οι ανατροπές αναμενόμενες, οι ρυθμοί πιο αργοί παρά ποτέ, αλλά και η δράση, όπου υπάρχει, πολλή και η αγωνία στα ύψη. Αν και όπως διαβάζω ετοιμάζει τρίτο τόμο με τις περιπέτειες της κινησιολόγου Κάθριν Ντανς, κάτι μου λέει ότι αυτή η ηρωίδα έφαγε τα ψωμιά της προτού καλά-καλά πάρει μορφή. Ίσως ο καλός συγγραφέας να προσπάθησε μ’ αυτή να φτιάξει τη θηλυκή εκδοχή του Λίνκολν Ράιμ, αλλά σαν να μην τα πολυκατάφερε. Γύρω από το Ράιμ (που σύντομα επιστρέφει με μια νέα περιπέτεια) κινούνται πολλοί ενδιαφέροντες και «ζωντανοί» χαρακτήρες, ενώ εδώ όλα περιστρέφονται γύρω από τη Ντανς, μια ηρωίδα πιο «θνητή», αλλά και πολύ πιο αδύναμη, που σε τίποτα δε θυμίζει το άλλο του σημαντικό γυναικείο δημιούργημα, τη Ρουν, που με τα κατορθώματά της μας καθήλωσε για τρεις τόμους.
Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Όλα αρχίζουν με ένα δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγεί ένας νεαρός ξεφεύγει από την πορεία του με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο νεαρές γυναίκες και άλλη μία να τραυματιστεί. Ως εδώ, όλα σχετικά καλά. Η κατάσταση ωστόσο δε θα αργήσει να ξεφύγει, καθώς το άρθρο ενός γνωστού μπλόγκερ για το δυστύχημα, θα σταθεί η αφορμή για το ξέσπασμα ενός ανώνυμου κυρίως κύματος μίσους εναντίον του νεαρού οδηγού. Θ’ αρχίσουν όλοι να τον κατηγορούν για το ένα και για το άλλο, θα κατηγορούν τις αρχές για ολιγωρία, και θα τον καταδικάζουν στα μάτια του κόσμου σαν ένα διεστραμμένο εγκληματία. Μέχρι που δε θα αντέξει πια και θα ραγίσει. Και τότε θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ψάχνοντας για εκδίκηση. Μια εκδίκηση που θα είναι σκληρή και πέρα από κάθε φαντασία.
Το βιβλίο αυτό μοιάζει με κατασκευή. Ο προσεκτικός αναγνώστης πολύ εύκολα θα αντιληφθεί ότι τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν, και ο τακτικός θα καταλάβει δίχως κόπο ότι ο συγγραφέας παρατραβάει κάπως το κείμενό του στην προσπάθεια να γράψει τις «αναγκαίες» τετρακόσιες σελίδες. Ωστόσο, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Ντίβερ τολμά. Τολμά να βουτήξει βαθιά στον απίθανο ψηφιακό κόσμο, γράφοντας για ηλεκτρονικά παιχνίδια, άβαταρ, μπλογκς, για την άλλη πραγματικότητα, εκείνη που οι περισσότεροι συνάδελφοί του της ίδιας ηλικίας αγνοούν. Αλλά επιμένουμε: το βιβλίο χωλαίνει. Αν ήταν εκατό σελίδες πιο μικρό θα μιλούσαμε για μια καταιγιστική περιπέτεια. Όπως είναι όμως, δε θα μπορούσαμε παρά να το χαρακτηρίσουμε απλά, σα μια περιπέτεια που κρατάει πολύ, κι ας διαδραματίζονται σε λίγες μόλις μέρες τα γεγονότα που ανιστορεί.
Όσοι δεν ξέρουν καλά τη δουλειά του συγγραφέα θα το απολαύσουν. Οι υπόλοιποι ας κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα για μια καλύτερη συνέχεια.
Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Όλα αρχίζουν με ένα δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγεί ένας νεαρός ξεφεύγει από την πορεία του με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο νεαρές γυναίκες και άλλη μία να τραυματιστεί. Ως εδώ, όλα σχετικά καλά. Η κατάσταση ωστόσο δε θα αργήσει να ξεφύγει, καθώς το άρθρο ενός γνωστού μπλόγκερ για το δυστύχημα, θα σταθεί η αφορμή για το ξέσπασμα ενός ανώνυμου κυρίως κύματος μίσους εναντίον του νεαρού οδηγού. Θ’ αρχίσουν όλοι να τον κατηγορούν για το ένα και για το άλλο, θα κατηγορούν τις αρχές για ολιγωρία, και θα τον καταδικάζουν στα μάτια του κόσμου σαν ένα διεστραμμένο εγκληματία. Μέχρι που δε θα αντέξει πια και θα ραγίσει. Και τότε θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ψάχνοντας για εκδίκηση. Μια εκδίκηση που θα είναι σκληρή και πέρα από κάθε φαντασία.
Το βιβλίο αυτό μοιάζει με κατασκευή. Ο προσεκτικός αναγνώστης πολύ εύκολα θα αντιληφθεί ότι τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν, και ο τακτικός θα καταλάβει δίχως κόπο ότι ο συγγραφέας παρατραβάει κάπως το κείμενό του στην προσπάθεια να γράψει τις «αναγκαίες» τετρακόσιες σελίδες. Ωστόσο, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Ντίβερ τολμά. Τολμά να βουτήξει βαθιά στον απίθανο ψηφιακό κόσμο, γράφοντας για ηλεκτρονικά παιχνίδια, άβαταρ, μπλογκς, για την άλλη πραγματικότητα, εκείνη που οι περισσότεροι συνάδελφοί του της ίδιας ηλικίας αγνοούν. Αλλά επιμένουμε: το βιβλίο χωλαίνει. Αν ήταν εκατό σελίδες πιο μικρό θα μιλούσαμε για μια καταιγιστική περιπέτεια. Όπως είναι όμως, δε θα μπορούσαμε παρά να το χαρακτηρίσουμε απλά, σα μια περιπέτεια που κρατάει πολύ, κι ας διαδραματίζονται σε λίγες μόλις μέρες τα γεγονότα που ανιστορεί.
Όσοι δεν ξέρουν καλά τη δουλειά του συγγραφέα θα το απολαύσουν. Οι υπόλοιποι ας κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα για μια καλύτερη συνέχεια.
Subscribe to:
Posts (Atom)





